Το Ψωμί και ο Φούρνος

Η Αγία Τριάδα της Ελληνικής δίαιτας ήταν το ψωμί, το κρασί και το λάδι. Τρόφιμα πολύτιμα, φορτισμένα με μύθους και συμβολισμούς συνδεδεμένα με τον πολιτισμό και την επιβίωση του πληθυσμού.

Πρώτα θεμέλια του σπιτιού, ψωμί, κρασί και λάδι έλεγαν οι παππούδες. Ένα σπίτι που διαθέτει τα τρία αυτά βασικά στοιχεία, δεν κινδυνεύει.

Αυτά τα βασικά υλικά πρωταγωνιστούν στο χωριάτικο σπίτι, με διάφορους τρόπους, στις λαϊκές και θρησκευτικές τελετουργίες που συνοδεύουν κάθε στιγμή της ζωής και του θανάτου.

Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι παλαιότερα η πείνα ήταν πολύ διαδεδομένο φαινόμενο στα χωριά και στις πόλεις βέβαια, γιατί η γη με τη δουλειά που της απέδιδαν, απέδιδε και εκείνη ανάλογη καρποφορία. Το αλέτρι, που το έσερνε το αδύνατο γαϊδουράκι, αλλά και το άλογο, δεν άνοιγε τα σπλάχνα της γης για να δεχτεί το σπόρο. Ούτε βοηθούσε κανένα άλλο μέσο, γιατί δεν υπήρχαν λιπάσματα, αλλά και εκείνα που τυχόν υπήρχαν ήταν απλησίαστα, ήταν ακριβά. Έτσι ο γεωργός έσπερνε, αλλά ο θερισμός ήταν φτωχός, η σοδειά δεν αρκούσε ούτε για το μισό χρόνο στις ανάγκες της οικογένειας. Το φάσμα της πείνας ήταν διάχυτο. Το βασικό στοιχείο της τροφής, το ψωμί, έλειπε από πολλά σπίτια σ’ όλα τα χωριά.

Αγωνίζονταν ν’ αποκτήσει τα παραπάνω βασικά τρόφιμα, κι όταν τα εξασφάλιζε θεωρούσε ότι εξασφαλίζει την επιβίωση της οικογένειάς του. Έλαμψε όμως το φως. Η επιστήμη και η τεχνική έδωσαν τα εργαλεία που ανακούφισαν τον παραγωγό. Τα τρακτέρ και τα λιπάσματα άλλαξαν τη ζωή του. Του δίνουν τ’ απαραίτητα αγαθά. Δεν κινδυνεύει να πεινάσει. Φυσικά τούτο ισχύει για όποιον εργάζεται, και όχι για εκείνον που μόνο δικαιώματα προβάλλει και δεν έχει υποχρεώσεις. Είναι αλήθεια ότι υπάρχει η νοοτροπία, αν θέλεις να σ’ αγαπούν οι άνθρωποι και να ενθουσιάζονται δια σε, να μιλάς πάντα για τα δικαιώματά τους και ποτέ για τα χρέη τους. Κάθε όμως δικαίωμα έχει κι αντίστοιχη υποχρέωση. Αυτή είναι η ορθή λύση.

Το ψωμί είναι το κύριο συστατικό για όλα τα γεύματα. Βάση και σύμβολο της τροφής. Το πρώτο αγαθό κάθε ελληνικού τραπεζιού. Η γυναίκα τροφός, η γυναίκα ιέρεια, ζυμώνει, πλάθει το ζυμάρι, του δίνει μορφή, το ψήνει, το μεταβάλλει σε γευστική τροφή και το διαθέτει για να θρέψει και να ευχαριστήσει τον άνθρωπο.

Ο φούρνος, έπιανε πάντα μια γωνιά του κάθε χωρικού σπιτιού και περίμενε να ενεργοποιηθεί δύο και τρεις φορείς την εβδομάδα, πράγμα που το ρύθμιζαν τα στόματα και η όρεξη των καταναλωτών. Η νοικοκυρά κανόνιζε να μην λείψει το ψωμί από το τραπέζι. Έπρεπε να φροντίζει και το φούρνο. Για να μπορεί ο φούρνος να ψήσει το ψωμί, έχει δική του προετοιμασία. Με κλαδιά από το λόγγο άναβε το φούρνο. Η νοικοκυρά έπαιρνε το καρβέλι από την πινακωτή, να το βάλει στο ξύλινο φτυάρι, να το φουρνίσει στο εσωτερικό του φούρνου και να τον κλείσει με λαμαρίνα. Έπρεπε να παρακολουθεί να μην παραψηθεί. Έβγαινε το ψωμί από το φούρνο και το έβρεχε με λίγο νερό και στη συνέχεια το σκέπαζε ελαφρά να παγώσει για λίγο.

Έτρωγες καθαρό και υγιεινό ψωμί, ποτισμένο με τον ιδρώτα του νοικοκύρη και τον κόπο της νοικοκυράς να το φέρει έτοιμο στο τραπέζι. Πολλές φορές το καλαμποκίσιο ψωμί (που λεγόταν μπομπότα) ψηνόταν στην χόβολη του τζακιού. Δεν αργούσε να ψηθεί. Ζεστό ζεστό δινόταν στην κατανάλωση. Τα παιδιά μ’ ένα κομμάτι ψωμί στο ένα χέρι και στο άλλο ένα κομμάτι τυρί και δρόμο για παιχνίδι.

Τώρα και στα χωριά έχουν κλείσει οι φούρνοι. Φούρνος δεν καπνίζει. Τη δουλειά αυτή την έχουν αναλάβει τα αρτοποιεία, που φροντίζουν για το ψωμί του κόσμου. Τι είδους ψωμί τρώει ο κόσμος, είναι άλλη ιστορία. Είναι φρέσκο και αφράτο, αλλά ανούσιο αρτοσκεύασμα. Αξιοθρήνητη απομίμηση του αληθινού γνήσιου καθαρού ψωμιού της νοικοκυράς. Τώρα τα ψωμιά είναι παραγεμισμένα με ολόκληρη μυστική ακολουθία από πρόσθετα χημικά γεμίσματα. Είναι φτιασιδομένα χωρίς όμως πραγματική ουσία. Τα βαφτίζουν με το όνομα χωριάτικο για να τους δώσουν, έστω και ονομαστικά, εκείνο που πραγματικά του λείπει.

Το ψωμί είναι συνδεδεμένο με τις χαρές και τις λύπες κάθε ανθρώπου. Στ’ αρραβωνιάσματα, στους γάμους και στα τραπέζια. Στις λύπες. Στα μνημόσυνα που μοιράζονται, εκτός από τα κόλυβα, και ψωμάκια. Στις γιορτές, εκείνος που γιορτάζει πηγαίνει προσφορά στην εκκλησία. Τα γιορτινά ψωμιά. Το Χριστόψωμο, το Λαμπρόψωμο, οι Βασιλόπιτες πάντα στολίζουν το τραπέζι, δίνουν χαρά κι ευχαρίστηση.

Οι συνήθειες αυτές δεν είναι πρόσφατα δημιουργήματα, αλλά καθιερωμένα από παλαιότερες εποχές που συνοδεύονταν στη ζωή και στο θάνατο με τα κτερίσματα που συνόδευαν τους νεκρούς, σαν εκδήλωση ευλάβειας και μνήμης.

Η χριστιανική εκκλησία δεν εναντιώθηκε σ’ αυτές τις συνήθειες, αλλά τις συνέδεσε με την καθιερωμένη ζωή και τους έδωσε χριστιανικό χαρακτήρα κι εκκλησιαστική ευλογία. "Τον άρτον ημών τον επιούσιον" αναφέρει η Κυριακάτικη προσευχή. Ο ίδιος ο Χριστός ευλόγησε τους πέντε άρτους που χόρτασε όλος ο κόσμος που είχε μαζευτεί. Η Εκκλησία προσφέρει στη Θεία Κοινωνία τον άρτον μεταβαλλόμενο εις σώμα Χριστού. Σε κάθε χριστιανό, μετά την λειτουργία προσφέρεται το Αντίδωρον.

Το ψωμί είναι συνδεδεμένο με όλες τις ανθρώπινες εκδηλώσεις. Με την ανθρώπινη ζωή. Είναι ευλογημένο. Για το ελληνικό τραπέζι είναι το βασικότερο στοιχείο.

 

* Το κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο «Η ιστορία του χωριού Δούκα – Ηλείας» του επίτιμου δικηγόρου Κωνσταντίνου Ιωάννου Γκοτζιά.