Το ηλιοβασίλεμα της ζωής

Η ζωή έχει τις χαρές και τις λύπες της, άλλος τις γεύεται και άλλος όχι. Έρχεται η ώρα της δύσης της ζωής, είτε πρώϊμα είτε αργά. Δεν ισχύει ούτε πρόβλεψη, ούτε συμφωνία.

Για κάθε οργανισμό που έχει μέσα του ζωή, ανεξάρτητα από την ονομασία του, άνθρωπος, ζώο, φυτό, το ταξίδι κάποτε τελειώνει. Αποχαιρετά τα πάντα. Φεύγει για έναν άλλο τόπο. Στη γη εξ ης ελήφθη. Όπως το κίτρινο φύλλο που φεύγει από τη μάνα του και πέφτει στη γη.

Το αναγγέλει η φωνή της καμπάνας που στέλνει το μήνυμα. Νταγκ - νταγκ. Ο ήχος της στέλνει την είδηση παντού. Σκορπίζει θλίψη. Η λαλιά της μοιάζει με τραγούδι. Ήταν ο μοναδικός κήρυκας για όλα τα μαντάτα. Σημαίνει την αποχώρηση ενός αγαπημένου προσώπου από κοντά μας. Ότι το χωριό μας έγινε φτωχότερο κατά ένα ακόμα άτομο. Το φθαρτό σώμα επιστρέφει στη μάνα γη και η ψυχή στον κόσμο των Αγγέλων. Ο θάνατος ενός πατριώτη δεν ήταν υπόθεση που γέμιζε και γεμίζει λύπη την οικογένεια εκείνου που έφυγε, αλλά σκορπίζει τη λύπη σ’ όλο το χωριό. Πραγματικός ξεσηκωμός συμπαράστασης στο πονεμένο σπίτι. Στην αιώνια πάλη ανάμεσα στην ύλη και στο πνεύμα, η ζυγαριά γέρνει τις περισσότερες φορές στην πλευρά του πνεύματος.

Έτσι έρχεται και παρέρχεται από τη σκηνή του κόσμου, ανθεί, φθίνει, μαραίνεται και εξαφανίζεται. Εκείνο που δεν αποθνήσκει δεν μαραίνεται, δεν πεθαίνει και αφήνει αρετή είναι το καλό όνομα.

Οι οικείοι του πεθαμένου από τη στιγμή που ο ήχος της καμπάνας έδινε τη θλιβερή είδηση, δεν έμεναν μόνοι. Γύρω τους ήταν όλοι οι συγχωριανοί, που προσπαθούσαν ν’ απαλύνουν τον πόνο τους. Όλο το βράδυ, μέχρι την επόμενη της κηδείας. Γυναίκες κι άνδρες έκαναν συντροφιά στους πονεμένους και εκείνον που έφευγε, όσες ώρες ήταν ακόμα μαζί τους. Έχυναν δάκρυα για την απώλειά του. Στόλιζαν το κρεβάτι του πεθαμένου με λουλούδια, που συνοδεύουν πάντα τους ανθρώπους στη χαρά και τη λύπη. Συνήθιζαν να κατεβοδώνουν και να χαιρετούν το άψυχο σώμα με το τραγούδι της θλίψης, το μοιρολόι.

Ο παπάς του χωριού, ευλογεί τον αποχωρούντα μέσα στο σπίτι του. Θυμιατίζει, ψέλνει καθορισμένους ύμνους και το άψυχο σώμα φεύγει από το σπίτι του, για να μετοικήσει στον άλλο κόσμο. Η θλιβερή αυτή στιγμή ήταν το αποκορύφωμα της τελετής. Όλο το χωριό τον συνόδευε στην τελευταία του κατοικία. Φίλοι και εχθροί έδιναν την ευχή ο "Θεός να τον συγχωρέσει".

Όταν το φέρετρο κατεβαίνει στον τάφο και παραδίδεται στην αγκαλιά της μητέρας γης και πριν τεθεί το σκέπασμα, ο παπάς χύνει λάδι και κρασί επί του πτώματος, συνοδευμένα με ευχές. Σαν παράκληση στο Θεό να κατατάξει τον θανόντα στη γη των Αγίων, όπου δεν υπάρχει λύπη και στεναγμός αλλά ζωή ατελείωτη.

Στα προχριστιανικά χρόνια επί του πτώματος έχυναν κρασί και γάλα.

Ακολουθούν τα τριήμερα, τα ενιάμερα, τα σαράντα, ακολουθούν τα εξάμηνα, τα χρονιάσματα με κόλυβα και ψωμάκια. Ο χρόνος μαλακώνει τον πόνο.

Εκείνο που μένει είναι η καλή μνήμη και οι καλές πράξεις που αφήνουμε στο διάβα της ζωής. Το χώμα που σκεπάζει τον τάφο και υψώνεται το μνημείο είναι το σημάδι της μνήμης. Το όνομα που είναι χαραγμένο πάνω στην πλάκα που σκεπάζει τον τάφο και η φωτογραφία που τοποθετείται, μαρτυρούν την απεγνωσμένη προσπάθεια των ανθρώπων να σώσουν την πολύτιμη μορφή αυτού που φεύγει, να νικήσουν το θάνατο, κρατώντας ζωντανή την ανάμνησή του.

Είναι μια συνέχεια της πίστης των Ελλήνων που έζησαν σε παλιές εποχές, ότι ο θάνατος δεν είναι παρά ένα πέρασμα σε μια ζωή νέα, όπου θα χαίρονται εκείνοι που έφυγαν από την επίγεια ζωή, με συμπόσια των μακαρίων, γι’ αυτό συνόδευαν το νεκρό με πολύτιμα αγγεία από ασήμι και χαλκό, απαραίτητα για τις γιορτές του Άδη.

Η πίστη αυτή ενέπνευσε το τεράστιο κεφάλαιο τέχνης και πολιτισμού. Δημιουργήθηκαν οικοδομήματα και καλλιτεχνήματα θαυμαστά, ανά τους αιώνες. Οι ναοί, τόσο οι παλαιοί όσο και οι νεώτεροι, είναι το θαύμα της αρχιτεκτονικής. Ενσαρκώνουν το νόμο της απόλυτης ισορροπίας ανάμεσα στην ύλη και το πνεύμα. Το πνεύμα, η αγάπη δεν πεθαίνουν ποτέ.

 

* Το κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο «Η ιστορία του χωριού Δούκα – Ηλείας» του επίτιμου δικηγόρου Κωνσταντίνου Ιωάννου Γκοτζιά.