Το Βάφτισμα

Ήταν καθιερωμένο και συνεχίζεται και τώρα, το όνομα του πρώτου παιδιού ν’ ανήκει στον πατέρα. Μπορούσε να βάλει το όνομα της αρεσκείας του. Συνήθως αν ήταν αγόρι έβαζε το όνομα του πατέρα του, αν ήταν κορίτσι της μάνας του, είτε βρίσκονταν αυτοί στη ζωή είτε όχι. Ανάδοχος (νουνός) συνήθως ήταν ο κουμπάρος που είχε στεφανώσει το ζευγάρι. Ήταν άλλη μια ημέρα χαράς και γλεντιού, αφού ξαναζωντάνευε το όνομα του παππού ή της γιαγιάς. Το βάφτισμα γινόταν στη μικρή ηλικία του παιδιού. Στον πρώτο ή δεύτερο χρόνο από τη γέννησή του. Γινόταν στην εκκλησία, εκτός από δύσκολες ή έκτακτες περιπτώσεις. Η μάνα του παιδιού δεν παρεβρισκόταν στην αρχή του μυστηρίου. Όταν ο παπάς φώναζε το όνομα του νεοφώτιστου, τα παιδιά έτρεχαν να πουν στη μάνα το όνομα του παιδιού, τα συχαρίκια και να πάρουν το χαρτζιλήκι. Στο τέλος της τελετής κι αφού ο νεοφώτιστος ήταν ντυμένος με τα βαφτιστικά του, με την ευλογία του παπά παραδιδόταν από τον ανάδοχο στη μάνα του. Η μάνα γονάτιζε τρεις φορές μπροστά στον ανάδοχο, παρελάμβανε το παιδί της στην αγκαλιά της και έδινε την υπόσχεση ότι θα κάνει τα πάντα να γίνει καλός χριστιανός και καλός άνθρωπος. Η υπόσχεση αυτή και η όλη διαδικασία επισφραγιζόταν με τα μερτυρικά που μοιράζονταν στους παρευρισκομένους. Η χαρά και το γλέντι σκόρπιζε στο σπίτι. Είχε μπει ένα νέο βλαστάρι. Ευλογία.

 

* Το κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο «Η ιστορία του χωριού Δούκα – Ηλείας» του επίτιμου δικηγόρου Κωνσταντίνου Ιωάννου Γκοτζιά.