Τι προσέφερε το Δούκα και οι Δουκαίοι κατά τα χρόνια της σκλαβιάς

Το Δούκα ήταν κοντά στη φωλιά του λύκου. Κοντά σε μια σπείρα τρομοκράτες και βάρβαρους Τουρκαλβανούς, που η θέλησή τους και η συμπεριφορά τους ήταν νόμος. Με τη βία και τις ληστείες που έκαναν κυριάρχησαν όχι μόνο στην Ορεινή αλλά και σε ολόκληρη την Ηλεία. Δεν υπήρχε τρόπος να αντισταθεί κανείς στη θέληση κανενός από αυτούς. Ήταν ένα συνάφι τρομοκρατών, εκβιαστών κι εκμεταλλευτών. Ήταν ο τρόμος και ο φόβος κάθε αδύνατου πλάσματος. Η κάθε κοπέλα που η φύση της είχε χαρίσει όμορφα χαρακτηριστικά ήταν έρμαιο της όρεξης του αγά να την φυλακίσει στο χαρέμι του.

Η άξεστη αυτή σπείρα δεν ήταν ικανή να διαχειριστεί ό,τι συσσώρευε. Την ανικανότητα αυτή εκμεταλλεύτηκαν οι Δουκαίοι που διέθεταν μόρφωση, να εισχωρήσουν στη ζωή των Τουρκαλβανών. Η παιδεία ήταν εκείνη που όπλιζε τους Δουκαίους ν’ αντιστέκονται στη συμπεριφορά των τρομοκρατών.

Το Δούκα είχε μέσα του την εσωτερική ώθηση - ένα εσωτερικό μαντείο όπως έλεγε ο σοφός Σωκράτης - δωρεά της πνευματικής καλλιέργειας. Είχε ρίζες, από τους πρώτους κατοίκους του, η καλλιέργεια του πνεύματος.

Υπήρχε κατά τους τελευταίους χρόνους της σκλαβιάς η σχολή Παπαγεωργάκη που ήταν η συνέχεια προηγούμενων σχολείων που λειτούργησαν στο χωριό. Υπήρχε βιβλιοθήκη στην οποία υπήρχαν τα όργανα της μάθησης. Έδιναν την ευκαιρία σε κάθε Δουκιώτη να εφοδιάζεται από τους θησαυρούς της. Σε κάθε ζηλωτή της Ελληνικής Παιδείας, αν της ζητά τα φώτα της.

Οι Δουκαίοι ανελάμβαναν και διεκπεραίωναν τις υποθέσεις των αγάδων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο μπήκαν στη ζωή τους, κατόρθωσαν ν’ αποσπάσουν την εμπιστοσύνη τους και να μετριάσουν την κακότητά τους στο χωριό. Ο Γενικός διαχειριστής του πρώτου αγά, ήταν ο Παναγής Ροδόπουλος, που με τη λεβεντιά του έφθασε και στα διαμερίσματα της Σουλτάνας Βαλιεδέ, ανεξάρτητα αν το πλήρωσε με τη ζωή του. Δεν ήταν ο μόνος Δουκιώτης που δούλευε στα αρχοντικά των αγάδων, ήσαν και άλλοι κι από άλλα χωριά. Προσέφεραν υπηρεσίες στους αγάδες, αλλά ήσαν εκείνοι που παρακολουθούσαν τη ζωή τους, έπαιρναν τις σκέψεις τους, την οργάνωσή τους, τη συμπεριφορά τους. Ήταν ο κρίκος που συνέδεε τους αγάδες με προσωπικότητες Ελλήνων που είχαν εγκατασταθεί στο χωριό. Οικογένειες, όπως των Αυγερινών από την Κεφαλληνία, μέλη της οποίας με μεγάλη μόρφωση. Ο Δημήτριος, ο οποίος έχαιρε μεγάλης εκτίμησης από Χριστιανούς και Τουρκαλβανούς. Ο Αγαμέμνων, που είχε σπουδάσει γιατρός στην Ιταλία, προσέφερε υπηρεσίες στους αγάδες. Αυτό δεν τον εμπόδισε να στραφεί εναντίον τους, όταν ο χρόνος του το εζήτησε. Είχαν συνδεθεί με τους Δουκαίους, τον Κολοκοτρώνη, την οικογένεια Κοροτζή, την οικογένεια Καμπάση, την οικογένεια Βιλαέτη, Μάτεση, Δωραλέξη, με Ζακυνθινούς και Κεφαλλονίτες, Γορτύνιους και Καλαβρυτινούς. Προσωπικότητες με μεγάλο κύρος. Συνειδητοί επαναστάτες. Σπίθα της Ελευθερίας έκαιγε μέσα στα στήθη τους, χείμαρρος πύρρηνος, πυρκαγιά καθαρτήρια και απολυτρωτική, δίψα ελευθερίας, βλέματα στραμμένα στη νίκη.

Αυτές οι προσωπικότητες είχαν μαζευτεί στο Δούκα, που είχε μετατραπεί σε συμβουλευτικό κέντρο. Στο Δούκα γινόντουσαν οι συνδέσεις και οι συσκέψεις και δίνονταν οι κατευθυντήριες γραμμές. Γινόταν οι σταθμίσεις στις πληροφορίες που έδιναν οι εργαζόμενοι κοντά στους αγάδες. Απολογισμός της πορείας και πυξίδα για την όλη κατάσταση. Έδιναν θάρρος στους χωρικούς, τους προστάτευαν από τις αυθαιρεσίες των Λαλαίων. Τους εμφυσούσαν την Ελληνικότητα και την Χριστιανική τους πίστη.

Οι Δουκαίοι είχαν δεσμούς με τους Τουρκαλβανούς και εξασφάλιζαν ασφάλεια. Ήσαν οι μεσάζοντες σύνδεσμοι με τους Λαλαίους, παρέχοντας, έστω και υποκριτικά, υπηρεσίες. Ήταν μια διπλωματική τακτική προς αντιμετώπιση της επικρατούσας κατάστασης. Η δύναμη των προσωπικοτήτων και των κατοίκων βοήθησε πολύ στη διατήρηση του ηθικού επιπέδου των κατοίκων. Το καντήλι από το Δουκιώτικο φως, όσα χρόνια και αν περάσουν κι όσες μεταβολές κι αν γίνουν, ο χρόνος θα δυσκολευτεί πολύ να το σβήσει. Να σκεπάσει ό,τι έχει προσφέρει το Δούκα, στην περιοχή και τους κατοίκους της. Η ανταύγια από το φως σβήνει εύκολα, αν το καντήλι δεν έχει άλλο λάδι να συνεχίσει το φωτισμό του. Ζει για να δημιουργεί, κι εμπνέει και να δίνει σάρκα και οστά σ’ εκείνους που γνωρίζουν τα γεγονότα.

Στη μακρόχρονη δουλεία, η αντίσταση στον κατακτητή θέλει μεγάλη δύναμη στη διατήρηση των αρχών που είχαν οι κάτοικοι. Ο ισλαμισμός στον οποίο πίστευαν οι Τουρκαλβανοί, είχε επίδραση στον Χριστιανό Έλληνα. Τούτο αποδεικνύεται από το γεγονός ότι πολλοί, τόσο στην Ελλάδα, όσο και σ’ άλλες χώρες, υποχώρησαν στις αρχές του ισλαμισμού. Υπήρχε η προσυλητιστική δράση μουσουλμάνων ιεραποστόλων. Η οικονομική καταπίεση των χριστιανών τους εξανάγκαζε να εξισλαμιστούν. Το παιδομάζωμα ήταν ο πρώτος τρόπος εξισλαμισμού. Ο καθηγητής I. Κ. Χαβιώτης δημοσίευσε μία από τις εκκλήσεις των Ελλήνων προς τις χριστιανικές δυνάμεις, που στάλθηκε το 1606 και λέει: “Βάλτε με το νου σας τι μεγάλη καλοσύνη θέλει γίνει σε όλη τη χριστιανοσύνη, πόση σκλαβιά θέλει ελευθερωθεί από τα χέρια των Τούρκων. Πόσες χιλιάδων Τούρκων είναι κρυφοί Χριστιανοί. Κάνουν κρυφά το σταυρό τους”.

Η Ελληνική γλώσσα διέτρεχε κίνδυνο τόσο από την αλβανική όσο και την τουρκική γλώσσα, με τις οποίες συνεχώς συναναστρέφονταν. Έχει αποδειχθεί ότι πολλοί Έλληνες, ιδιαιτέρως στα βάθη της Μ. Ασίας, δεν άντεξαν να διατηρήσουν την Ελληνική γλώσσα, παρόλο ότι μέσα στη ψυχή τους έκαιγε η Ελληνική φλόγα. Η ζωή που ζούσαν οι χωρικοί ήταν δραματική. Ο φόβος και ο τρόμος ήταν καθημερινός. Εκκλησίες είχαν μετατραπεί σε τζαμιά, ώστε οι στύλοι αυτοί στήριξης να είναι ελάχιστοι, κι εκείνοι να βρίσκονται στη διάθεση του αγά. Να κλείσει τις εκκλησίες, να μη χτυπήσει το σήμαντρο.

Η αγάπη των Δουκαίων στα γράμματα και η μόρφωση που είχαν, όλοι αυτοί που είχαν κατοικήσει έστω και για λίγο χρόνο στο Δούκα, βοήθησε να μην ξεριζωθεί η ελληνική γλώσσα από τη ζωή τους. Κανένας Δουκιώτης δε μίλησε αλβανικά ή τουρκικά. Τούτο επιδρούσε και στα γύρω χωριά, πολλοί από τους κατοίκους των οποίων μίλαγαν αλβανικά. Ο ψυχολογικός παράγοντας στον άνθρωπο έχει μεγάλη επίδραση στη διατήρηση των αρχών που πιστεύει και στη λήψη αποφάσεων που καθορίζουν το μέλλον και τη ζωή του. Χρειαζόταν μεγάλη προσπάθεια να συγκρατηθούν οι χωρικοί στις ελληνικές αρχές. Να διατηρήσουν την ελληνική συνείδησή τους. Το Δούκα είχε αρχές και τις διατήρησε σε πείσμα των κακών συνθηκών που αντιμετώπιζε, τις διατηρούσε αντλώντας δύναμη από τον τρόπο που επικρατούσε στον τόπο. Μεταφύτευε στους νέους του χωριού τα νοήματα της ελευθερίας και τους όπλιζε ν’ αντιστέκονται σε κάθε πειρασμό. Η μόρφωση που υπήρχε στο χωριό, τους έδειχνε το σωστό δρόμο που έπρεπε ν’ ακολουθήσουν. Ζούσαν σε Πατρίδα σκλαβωμένη, ήταν και οι ίδιοι σκλάβοι. Το πνεύμα όμως που είχαν μέσα τους ήταν ασκλάβωτο. Δεν περιοριζόταν, δε φυλακίζονταν στα μπουντρούμια που εξαναγκαζόταν το σώμα τους.

Αυτό το πνεύμα επικρατούσε στο Δούκα. Αυτός ήταν ο λόγος που οι οικογένειες που αναφέρθηκαν, πηγαίνανε και ζούσαν εκεί. Εύρισκαν περιεχόμενο στον τρόπο και το επίπεδο της ζωής και προσέφεραν κι αυτοί στη διατήρηση του επιπέδου ζωής. Το κλίμα αυτό προσπαθούσαν να μεταφέρουν στο ευρύτερο κοινό, ώστε η στάθμη του πατριωτισμού να μην πέφτει χαμηλά, να μην εκμηδενίζεται.

Κι εκείνοι που δεν μπορούσαν να βαστάξουν τον τουρκαλβανικό ζυγό, συντροφιά με το ντουφέκι τους, ανέπνεαν ελεύθερο αέρα. Ήταν οι καπεταναίοι που στρώμα τους είχαν την πυκνή και πανύψηλη φτέρη και σκέπασμα τους κλάδους των βελανιδιών του πυκνού και απέραντου δάσους της Κάπελης. Βοηθούσαν όσο μπορούσαν τους κατοίκους των γύρω χωριών και τιμωρούσαν τους θρασείς κακοποιούς που, με ορμητήριο το Λάλα, σκόρπαγαν τον τρόμο στον αδύνατο χωρικό. Οι τιμωρίες ήσαν βαριές γι’ αυτό και υπολόγιζαν να περάσουν εύκολα από την Κάπελη. Ακόμα και σήμερα ακούγεται "Αν περάσεις από Κούμανι κι Αντρώνι ο Θεός να σε γλυτώνει". Τούτο ήταν συνυφασμένο με την τιμωρία των Τουρκαλβανών και όχι με το παρεξηγημένο ότι γίνονταν κλεψιές και δεν γλύτωνε όποιος περνούσε από εκεί. Οι καπεταναίοι της περιοχής είχαν αρματολίκια, όπως και στ’ άλλα μέρη της Ελλάδας. Πολλοί από αυτούς είχαν φιλίες με τους αγάδες για την αποφυγή κακουχιών. Οι Λαλαίοι τους φοβόντουσαν.

Ονομαστοί καπεταναίοι ήσαν: oι αδελφοί Μπαλάσκα από το Κλειδιά, o Μπόμπας από τη Γιάρμενα, ο Βερβίτας απο το Κούμανι, ο Παπασταθόπουλος από το Δούκα, κι άλλοι αφανείς που στο μικρό εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής, στην Αύρα, έκαναν συμβούλια με τον Κολοκοτρώνη που δεν άφηνε ευκαιρία, όταν περνούσε από εκεί, να της κάνει συντροφιά ολόκληρα βράδια και να της ζητά τη βοήθειά της.

Ένας άλλος καταξιωμένος αγωνιστής της Κάπελης ήταν και ο εφημέριος του Κούμανι, ο Παπακοσμάς Ζώρας - Κουμανιώτης Παναγόπουλος που η συμμετοχή του στον αγώνα, ήταν αποτελεσματική. Ο Κολοκοτρώνης τόνισε ότι ο αγωνιστής "Έτρεχε με προθυμία όπου η χρεία της Πατρίδας τον εκάλει". Η δράση του αναφέρεται σε πιστοποιητικά που υπογράφονται από τον Χρ. Σισίνη και τον Θ. Κολοκοτρώνη και βεβαιώνονται το γνήσιο της υπογραφής από το δήμαρχο Φολόης της εποχής, Π. Ροδόπουλο που ίσως είναι εγγονός του Πανάγου Ροδόπουλου ή από την οικογένειά του - Εν Κούμανι 5/9/1840.

Το γεγονός ότι στο Δούκα υπήρχε χριστιανική εκκλησία του Αγίου Νικολάου, βοηθούσε την πίστη του χωρικού, να παραμένει ασάλευτη μέσα στη ζωή του. Το άκουσμα της καμπάνας διαλαλούσε ότι υπήρχε στύλος ασάλευτος που υπενθύμιζε σε κάθε χωρικό να μείνει σταθερός στην πίστη του, στη θρησκεία του. Ήταν ο μόνος τόπος στον οποίο ο Χριστιανός εύρισκε ανακούφιση, ανανέωνε το πιστεύω του και ανέμενε την απολύτρωση. Έκαναν την προσευχή τους στον Άγιο Νικόλαο και εκείνος τους ενθάρρυνε ν’ αντιστέκονται στην αλλαξοπιστία. Στυλοβάτες η μικρή εκκλησία του τόπου που βάσταζε με σταθερά χέρια την αποστολή της. Οι πραγματικοί αφανείς ήρωες, οι παπάδες, που άναβαν πάντα με λίγο λάδι τα κανδήλια στις εικόνες που οι χριστιανοί προσκυνούσαν και ζητούσαν βοήθεια και δύναμη για τον αγώνα της επιβίωσης.

Και υπήρχαν άξιοι αντιπρόσωποι που διάβαζαν το Ευαγγέλιο όχι από συνήθεια, αλλά γιατί πίστευαν στο περιεχόμενό του και το εφάρμοζαν.

Ήταν σημαντική προσφορά του Δούκα στις δύσκολες στιγμές που περνούσε ο τόπος. Κράτησε το ραγιά να μην κατολισθήσει στον Ισλαμισμό.

Στο Δούκα είχαν εγκατασταθεί εκτός από τις προαναφερθείσες οικογένειες και οι Δημητσανίτες Σπηλιωτόπουλοι, συγγενείς των Σπηλιωτόπουλων που είχαν μετατρέψει τη Δημητσάνα σ’ εργοστάσιο παραγωγής μπαρούτης που τόσο βοήθησε στον αγώνα.

Η τέχνη της παραγωγής μπαρούτης ήταν γνωστή. Με τη συμβουλή του Κολοκοτρώνη δημιουργήθηκαν μπαρουτόμυλοι στην περιοχή του ποταμού Ενιπέα, της Αύρας. Οι προϋποθέσεις ήταν ευνοϊκές. Υπήρχε το απαιτούμενο υλικό από τις στάνες των ντόπιων και των αγάδων. Εκτός των Σπηλιωτόπουλων και άλλοι Δουκαίοι εδημιούργησαν μπαρουτόμυλους. Η οικογένεια Ευθυμίου - Καπογιάννη είχε μπαρουτόμυλους που τα ερείπιά τους υπήρχαν μέχρι πρόσφατα. Η τοποθεσία διατηρεί και τώρα τ’ όνομα μπαρουτόμυλοι. Η οικογένεια Κούκου, Ασημακόπουλου, Κοροτζή. Η Αύρα είχε μετατραπεί σε τόπο παραγωγής της δύναμης που ήταν αναγκαία για τον εφοδιασμό καπεταναίων, πολύ δε περισσότερο όταν το γένος ξεσηκώθηκε, ο αγώνας θέριεψε και ο εφοδιασμός των αγωνιζομένων ήταν πρωταρχικά αναγκαίος. Χωρίς τη δύναμη αυτή κάθε κίνηση ήταν αδύνατη.

Το Δούκα δεν πρόσφερε μόνο το υψηλό φρόνημα στην περιοχή. Το κλίμα που δημιούργησαν οι προσωπικότητες που είχαν εγκατασταθεί σ’ αυτό κι εργάστηκαν να διατηρήσουν τις αξίες, που πολλές φορές υποτάσσονταν στην αναγκαιότητα. Δεν υπήρξε μόνο ο στυλοβάτης που έδινε την πνευματική θωράκιση και χριστιανική τροφή στον ταλαιπωρημένο και κατατρεγμένο ραγιά και σ’ εκείνους που είχαν το θάρρος ν’ αντιταχθούν στη βία, να πάρουν το τουφέκι, να υπερασπιστούν τη ζωή των συνανθρώπων τους, τα ιερά και τα όσια. Δεν προσφέρουν μόνο το υλικό για τον πόλεμο, παράγοντας μπαρούτη. Δεν προσέφερε μόνο τη βιβλιοθήκη, το θησαυρό της γνώσης, την εστία της μόρφωσης, που θυσιάστηκε με τα ιερά βιβλία της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου και τα βιβλία της Μονής της Δίβρης, μαζί με την περίφημη βιβλιοθήκη της Δημητσάνας που έγιναν φυσέκια για τον αγώνα και στέρησαν από τα ιστορικά ντοκουμέντα κάθε ερευνητή. Έδωσαν και αίμα κατά τη διάρκεια της σκλαβιάς πριν ξεκινήσει ξεσηκωμός. Παναγής Ροδόπουλος, Βασιλόπουλος, Γρίτσιας και πλήθος άλλων ανδρών και γυναικών που μόνη ανάμνησή τους είναι το μνημείο του αγνώστου στρατιώτη. Αυτά προσέφερε το Δούκα.

 

* Το κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο «Η ιστορία του χωριού Δούκα – Ηλείας» του επίτιμου δικηγόρου Κωνσταντίνου Ιωάννου Γκοτζιά.