Τα Παραμύθια

Η δίψα για παραμύθια είναι χαραγμένη στα μυστικά βιώματα της παιδικής ηλικίας που επιβιώνουν και όταν μεγαλώσουν. Τα παραμύθια είναι η γέφυρα που ενώνει το χώρο και το χρόνο, πολιτισμούς και γλώσσες.

Οι παππούδες και οι γιαγιάδες ήταν οι πηγές των παραμυθιών. Αποτελούν μια διασκέδαση κι έναν τρόπο απασχόλησης των παιδιών. Μέσα στα παραμύθια υπάρχει πάντα η αντίθεση, του καλού και του κακού, που κινάει το ενδιαφέρον του παιδιού, ερεθίζει τη φαντασία, για να μπει στον κύκλο που σκηνοθετεί ο παραμυθάς. Πρέπει στο τέλος να καταλήξει στο θρίαμβο του καλού και την καταδίκη του κακού. Έτσι ανακουφίζεται η τρυφερή ψυχή του παιδιού. Κάθε παιδική καρδούλα θέλει έναν ειδικό τρόπο για ν’ ανοίξει, για να καταλάβουν και να νοιώσουν την αγάπη προς τον παππού και τη γιαγιά, που πρέπει να έχουν και ότι η μητέρα είναι ο χρυσός ήλιος που πάντα φωτίζει τη ζωή του παιδιού. Κάθε παιδί, όσο κακό και αν φαίνεται, έχει μέσα του κρυμένο κάτι καλό. Το παραμύθι βοηθάει να ψάξουμε με αγάπη και στοργή να το βρούμε στη ψυχούλα του. Το παραμύθι πρέπει να περιέχει ερωτήματα που θα βοηθάνε το παιδί να μπει σ’ έναν κόσμο νέο, σ’ ένα κόσμο, του περίγυρού του, ώστε κάτι να μείνει από τη διήγηση.

Τα περισσότερα παραμύθια είναι δημιουργήματα του παππού και της γιαγιάς που προσπαθούν να κάνουν το παιδί να τους πλησιάσει πιο πολύ, να του δείξουν το ενδιαφέρον τους και την ανάγκη τους γι’ αυτό, και να αποσπάσουν και τη δική τους αγάπη. Το παιδί πραγματικά αιχμαλωτίζεται από το παραμύθι, έστω και αν το έχει ακούσει πολλές φορές. Στυλώνει τα ματάκια του σ’ εκείνον από τον οποίο περιμένει το παραμύθι και περιμένει με αγωνία ν’ ακούσει την ιστορία του παραμυθιού.

Ο πρόλογος είναι πάντα "Μια φορά και έναν καιρό". Συνδέεται με τη ζωή ανθρώπων και ζώων και τις πονηριές που μεθοδεύουν για να φτάσουν στο σκοπό τους. Βασιλιάδες και πριγκιπόπουλα, ο λύκος και η αλεπού, πρωταγωνιστούν στα παραμύθια. Θύματα τ’ αρνάκια και τα κοτόπουλα που πέφτουν στις παγίδες τους. Είναι γνωστό το περιεχόμενο της ιστορίας των δύο φίλων που αντίκρυσαν την αρκούδα να τους πλησιάζει. Η συμπεριφορά αυτού που ανέβηκε στο δέντρο προς το φίλο του, που απροστάτευτος αντιμετώπισε το θηρίο και η απάντηση της αρκούδας που του είπε: "τέτοιους φίλους να μην κάνεις παρέα", είναι αυτό που μένει στο παιδί από τη διήγηση. Το ευχαριστεί, το ανακουφίζει. Το κάθε παραμύθι, ακόμη και εκείνο που συνταιριάζει η γιαγιούλα πρόχειρα, κάνει το παιδί να θέλει, του γεννά ενδιαφέροντα, έστω και απατηλά, να νοιώθει ευχαρίστηση. Πόσες φορές την καημένη την παίρνει ο ύπνος και ο εγγονός επιμένει στη διήγηση του παραμυθιού. Ορθώς έχει χαρακτηριστεί το παραμύθι σαν προπαιδεία του παιδιού. Βλέπει κανείς τα εγγόνια να κάθονται γύρω από τη γριούλα γιαγιά και ν’ απαιτούν διηγήσεις που τις περισσότερες φορές δημιουργούνται στιγμιαία. Και τα εγγόνια, ευχαριστημένα και περιβαλλόμενα από τα φτερά του ύπνου μεταφέρονται στα κρεβατάκια τους, μουρμουρίζοντας.

"Σιγανή και τρεμάμενη της γιαγιάς μου φωνούλα γίνε απόψε βαρκούλα να με πας μακριά. Σε Χιονάτες και μάγισσες, σε σπηλιές και νεράιδες, σε τρανούς βασιλιάδες, σε παλάτια χρυσά"

 

* Το κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο «Η ιστορία του χωριού Δούκα – Ηλείας» του επίτιμου δικηγόρου Κωνσταντίνου Ιωάννου Γκοτζιά.