Παιδική ζωή στο Χωριό

Κάθε σπίτι και μια φωλιά. Κάθε οικογένεια έφερνε στον κόσμο τη χαρά. Γέμιζε το σπίτι με νέες ζωές που σκόρπιζαν την ευτυχία και την ευλογία. Όση ανέχεια κι αν επικρατούσε στα σπίτια, τα παιδιά έφερναν νόημα ζωής και δύναμη. Ακούονταν στα σπίτια κλάματα μικρών παιδιών. Γέμιζαν οι δρόμοι και οι πλατείες από φωνές, από παιχνίδια, από τσακωμούς, από ζωντάνια. Η αγάπη των γονιών για τα παιδιά βοηθούσε ν’ αντιμετωπίσουν κάθε δυσκολία, κάθε στενοχώρια. Το να υποφέρει κανείς να κερδίσει ένα σκοπό, είναι αυτό που πληρώνει μεγαλείο την καρδιά του. Για το παιδί όμως αξίζει να κάνεις θυσίες και να υποφέρεις. Σε λίγο θα βλέπεις καινούργια βλαστάρια, αγόρια και κορίτσια να περπατάνε και να καμαρώνεις. Ήθελαν ανθρώπους για να γίνουν υποδείγματα προσωπικής και επαγγελματικής ζωής, χτισμένης με πρώτη ύλη το ήθος του γενέθλιου τόπου και των ανθρώπων του. Να εμπνέονται από τον αέρα της δημιουργικής πίστης και της γόνιμης δράσης. Να έχουν μέσα τους τον παλμό της πνευματικής ζωής.

Στα χωριά δεν υπήρχαν νηπιαγωγεία, να διευκολύνουν τους γονείς που πήγαιναν στις δουλειές τους. Αν υπήρχαν παππούδες ή γιαγιάδες αναλάμβαναν την φύλαξη και περιποίηση των μικρών, αλλιώς η μάνα κουβαλούσε τα μικρά μαζί της στα χωράφια. Έφτιανε μια πρόχειρη κούνια, σ’ ένα δέντρο και εκεί έπαιρναν τον ύπνο τους. Αυτό γινόταν μέχρι να έρθει η ηλικία για το σχολείο, οπότε την εποπτεία και την παρακολούθηση, αλλά και την διαπαιδαγώγηση αναλάμβανε ο δάσκαλος. Ο ήρωας δάσκαλος, που αγωνίζεται να φτιάσει ανθρώπους, να διαπλάσει χαρακτήρες και να τους δώσει στην κοινωνία. Τα παιδιά στην αρχή ήσαν μουδιασμένα. Δεν ήθελαν να ξεκολήσουν από το φουστάνι της μάνας τους. Δεν ήθελαν να φύγουν από τις φτερούγες της που τα σκέπαζε και ένοιωθαν ασφάλεια.

Ο δάσκαλος και η δασκάλα με την καλωσύνη τους τα έκανε φίλους και έτσι αγαπούσαν το σχολείο. Ήσαν πνευματικά τους παιδιά. Εκεί τα παιδιά ενώνονταν μεταξύ τους, γινόταν μια κοινωνία. Μια κοινωνία που μέσα της κρύβει του μεγαλύτερους θησαυρούς. Πλάθονταν οι χαρακτήρες των παιδιών. Ξεχώριζαν οι δυνατότητες και οι αδυναμίες κάθε παιδιού ή η ιδιαιτερότητά του. Το κάθε παιδί είναι ένας ολόκληρος κόσμος, χρειάζεται υπομονή και επιμονή και προπαντός αγάπη για να μπορέσεις να μπεις στο βάθος της ψυχής του, σ’ αυτόν τον μυστηριώδη λαβύρινθο, να μπορέσεις να τον ανιχνεύσεις. Να βρεις το ειδικό κλειδάκι για ν’ ανοίξει η καρδούλα του. Να έχει συμμάχους τους γονείς του. Το παιδί είναι όπως το κερί. Πλάθεται και παίρνει τη μορφή που θα του δώσουμε. Το παιδί είναι πηγή της χαράς, είναι ουράνια ευτυχία.

Και οι δάσκαλοι τ’ αντιμετώπιζαν γιατί είχαν μέσα τους την αγάπη για το παιδί. Έκαναν φιλότιμη δουλειά αν και δεν ήσαν οπλισμένοι με τις γνώσεις των σημερινών δασκάλων. Η πειθαρχία εφαρμόζονταν στο σχολείο. Κάθε αταξία δεν έμενε ατιμώρητη. Επιβαλλόταν η ανάλογη τιμωρία. Ορθοστασία μέσα στην τάξη, νηστεία. Ο μαθητής έπρεπε να μείνει μέσα στο σχολείο νηστικός μέχρι το απόγευμα. Δεν έπρεπε όμως να το μάθει ο γονιός γιατί θα έπαιρνε κι απ’ αυτόν τιμωρία. Γινόταν λοιπόν απόδραση από το παράθυρο του σχολείου και επιστροφή μετά το φαγητό. Ήταν οι μαθητικές πονηριές. Στο τέλος του σχολικού χρόνου γινόντουσαν γιορτές. Οι μαθητές χαροποιούσαν το δάσκαλο και τους γονείς με τραγούδια και παραστάσεις, που φανέρωναν την πρόοδο των παιδιών και αναπτέρωναν τον πατριωτισμό τους.

Τα μαθήματα τελείωσαν. Είναι η σειρά των παιχνιδιών. Ο τόπος των παιχνιδιών ήσαν οι κουκουναριές. Εκεί γινόταν η συγκέντρωση και φτιανόντουσαν οι ομάδες. Το ποδόσφαιρο ήταν το πρωταρχικό παιχνίδι. Μπάλες όμως σαν τις σημερινές δεν υπήρχαν. Τις έφτιαναν με κουρέλια, τα έδεναν με σπάγγο και το παιχνίδι άρχιζε. Φυσικά ούτε τα παπούτσια χρησιμοποιούνταν για το παιχνίδι, γι’ αυτό το περισσότερα παιδιά δεν είχαν νύχια στα μεγάλα δάχτυλα. Όποιο χτύπαγε στα δάκτυλα κατουρούσε το χτυπημένο μέρος για απολύμανση, του έριχνε στη συνέχεια λίγο χώμα ή έβαζαν επάνω καπνό, εάν βρισκόταν και το κλοτσοσκούφι συνεχιζόταν.

Ο κλήτσικας, ένα από τα πολλά παιχνίδια, ήταν ένα μικρό ξύλο, καλοφτιαγμένο και ένα μακρύ κοντάρι. Κερδισμένος ήταν όποιος πέταγε το μικρό ξύλο πιο μακριά. Ο χαμένος ήταν υποχρεωμένος να μεταφέρει το νικητή στην πλάτη είκοσι μέτρα. Να κακαρίσει όπως η κότα ή ο κόκορας. Να φωνάξει όπως ο γάιδαρος, κι άλλες τέτοιες παιδικές ποινές κι εκδηλώσεις.

Ο καραγκιόζης δεν έλλειπε, από τις παιδικές εκδηλώσεις. Ένα σεντόνι τεντωμένο σε δύο ξύλα ή σε πόρτα ή σε παράθυρο, μια λάμπα πετρελαίου και το σκηνικό ήταν έτοιμο. Οι φιγούρες ήταν κατασκευές των ίδιων των παιδιών. Καθίσματα φυσικά δεν υπήρχαν. Οι πέτρες ή το χώμα ήταν αναπαυτικά. Το εισιτήριο κυμαίνονταν γύρω στα πενήντα λεπτά. Υπήρχαν βέβαια και οι τζαμπατζίδες. Έπρεπε ν’ αντιμετωπισθούν και τα έξοδα. Πολλές φορές το σεντόνι έπαιρνε φωτιά και τότε γινόταν μεγάλο πανηγύρι από την μάνα. Φυσικά έπρεπε να έχει βρεθεί και το έργο της παράστασης. Συνήθως κυκλοφορούσαν φυλάδια με το περιεχόμενο και άρχιζε η προετοιμασία της παράστασης.

Ο ασήκης παιζόταν με τα κότσια από τα σφαγμένα αρνιά και τα κατσίκια. Τα μπόκολα με τις στρογγυλές μικρές πέτρες. Οι αμμούδες, το τρέξιμο, το πάλαιμα ήσαν από τα συνηθισμένα παιχνίδια. Το χειμώνα ο χιονοπόλεμος, που πολλές φορές είχε και τραυματίες. Την άνοιξη έβγαιναν οι σκαντζόχοιροι. Όταν έπεφτε κανένας στα χέρια των παιδιών, περνούσε τον αλίμονο του, έβαζαν στ’ αγκάθια ρετσίνι, άναβαν φωτιά και τον άφηναν να τρέχει. Αν κανένας σκύλος ήταν καλοδεχούμενος, του έδεναν στην ουρά ένα τενεκεδένιο κουτί και άρχιζε να τρέχει. Εκδηλώσεις πολλές φορές παιδικού σαδισμού που κρύβονται κάτω από την παιδική αθωότητα.

Οι φωλιές των πουλιών ήταν ο στόχος πολλών παιδιών. Να πάρουν τα μικρά πουλάκια και να τα βάλουν σε κλουβιά. Πόσες φορές γίναμε μάρτυρες, την ώρα που έπαιρναν τα μικρά από τη φωλιά, να καταφθάνει η μάνα τους. Πέταγε γύρω από τη φωλιά σε κύκλους μεγάλους, γρήγορους και ορμητικούς να προστατεύσει τα παιδιά της. Μια αγωνία συγκινητική. Το λάλημά της (τρι - τρι) ήταν το μοιρολόι της γύρω από τη ρημαγμένη φωλιά. Τρελό πέταγμα, απελπισμένο σάλεμα που πληγώνει τη ψυχή. Πολλές φορές οι ψυχικές εκδηλώσεις των παιδιών είναι σκληρές, αντίθετες και αδικαιολόγητες από την τρυφερότητα τους και μάλιστα από παιδιά που ζουν κοντά στη φύση. Τα παιδιά κρύβουν βαθύτερη ζωή μέσα τους. Η εξωτερική τους ζωή φαίνεται απλή. Η εσωτερική τους είναι όλο μυστήριο και σιωπή, μαζί και πονηριά.

Το καφενείο ήταν απαγορευμένος τόπος για τα παιδιά. Ο σεβασμός στους μεγαλύτερους ήταν κανόνας. Όταν έβλεπαν μεγαλύτερο απέδιδαν χαιρετισμό. Η καλή διάθεση ήταν από τα χαρίσματα των παιδιών. Όταν ζητούσε κάποιος να εξυπηρετηθεί, η προθυμία ήταν απόλυτη, ζωγραφισμένη στο πρόσωπο των παιδιών, ένιωθαν ικανοποίηση για την εξυπηρέτηση που προσέφεραν. Θεωρούσε κάθε παιδί ότι έκαμε μια καλή πράξη. Τα χαρμόσυνα ξεφωνητά των παιδιών που παίζουν, γελούν, αναστατώνουν τη γειτονιά, γεμίζουν τον αέρα φωνές, σκορπούν τη χαρά και την ευθυμία να κάνουν ακόμα και τον πιο δύστροπο και σκληρότερο άνθρωπο να μαλακώσει και να κοιτάξει τα παιδιά με συγκατάβαση, καλωσύνη κι αγάπη. Κι όταν ακούς πολλές φορές τις γειτόνισσες να δυσανασχετούν και να μαλώνουν τα παιδιά που κάνουν φασαρίες, όταν μπαίνουν μέσα στο σπίτι, γελούν από ευχαρίστηση και περιμένουν και την άλλη ημέρα να τ’ ακούσουν. Δεν αντέχουν στη δυσφορία. Χαίρονται με την χαρά των παιδιών.

Τα παιδιά στα χωριά ζουν σ’ ελεύθερο χώρο, μ’ ελευθερία κινήσεων, με φαντασία να δημιουργήσουν κάτι δικό τους, κάτι νέο. Να βρεθούν μπροστά στον κίνδυνο και ν’ αυτενεργήσουν, ν’ αντιμετωπίσουν ό,τι τους παρουσιαστεί. Έχουν συνδεδεμένη τη ζωή τους με το φυσικό περιβάλλον. Κινούν πονηριά και σκανδαλιές για να ξεπεράσουν κάθε εμπόδιο. Κινούν το μυαλό τους να βρουν λύσεις. Δημιουργούν μια προσωπικότητα πιο φυσιολογική, παίρνουν πρωτοβουλίες με αυθορμητισμό, πεποίθηση και δύναμη. Η ψυχή κατοικεί στον κήπο της παιδικής ηλικίας.

Δυστυχώς στα χωριά τώρα τα παιδιά είναι λιγοστά. Επικράτησαν οι αστικές συνήθειες. Δεν ακούς πολλές γλυκές φωνούλες, να κλαίνε, να παίζουν, να διαμαρτύρονται, να δημιουργούν παιδικό περιβάλλον. Μ’ αυτά τα εφόδια οπλισμένα τα παιδιά προχωρούσαν και γινόντουσαν λεβέντες και προοδευτικοί. Τιμούν τον τόπο. Τιμούν την πατρίδα. Τα χωριά, οι πηγές που δίνουν ζωή, δίνουν δύναμη, καθημερινά γίνονται φτωχότερα από παιδιά.

 

* Το κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο «Η ιστορία του χωριού Δούκα – Ηλείας» του επίτιμου δικηγόρου Κωνσταντίνου Ιωάννου Γκοτζιά.