Οι παπάδες του Ναού του Αγίου Νικολάου κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας και μετέπειτα

Ο ιερέας του χωριού Κων/νος Μιχόπουλος με τα παιδιά τουΟι πληροφορίες που έχουμε για τους παλαιούς παπάδες που υπηρέτησαν στον Άγιο Νικόλαο, είναι ελάχιστες, γιατί αρχεία σχετικά δεν υπάρχουν.

Οι ιερείς, οι παπάδες όπως τους αποκαλούμε, είναι εκείνοι που πραγματικά εμψυχώνουν την εκκλησία και της δίνουν με τη ζωή και το παράδειγμά τους, πνοή και προσελκύουν τον κόσμο στην εκκλησιαστική στέγη. Ο κόσμος τους βλέπει σαν τους μεσολαβητές προς το Θεό, τους απονέμει σεβασμό και εκτίμηση.

Στα τετρακόσια χρόνια της σκλαβιάς, είναι ζήτημα αν θα άντεχε να επιζήσει ο Ελληνισμός. Ψάχνοντας στα δύσβατα μονοπάτια της ιστορικής γνώσης εκείνων των κρίσιμων χρόνων, διαπιστώνουμε ότι ήταν αδύνατο να κρατήσει την εθνική ταυτότητά του, όπως έχει συμβεί με άλλους λαούς με ιστορία και πολιτισμό, αν δεν τον στήριζε ο άρρηκτος δεσμός του με την Ορθόδοξη εκκλησία, με την πίστη. Ο ορθόδοξος κλήρος αποτελούσε το κλειδί για την συγκέντρωση πληροφοριών και τη δημιουργία δικτύου επικοινωνίας με σκοπό την οργάνωση αντίστασης κατά του τυράννου.

Είναι βεβαιωμένο, όποιος αλλάζει την πίστη του, αλλάζει και την εθνική του συνείδηση.

Η προσφορά της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου, είναι μεγάλη στη διατήρηση της πίστης και της εθνικής συνείδησης στο χωριό και την γύρω περιοχή του. Είναι πάμπολα παραδείγματα, που πολλοί Έλληνες στα βάθη της Μ. Ασίας, υπό τις ανυπέρβλητες ανάγκες της ζωής που περνούσαν και για να επιζήσουν, άλλαξαν τη γλώσσα τους, για να επικοινωνήσουν με το εχθρικό περιβάλλον, κράτησαν όμως στα βάθη της ψυχής τους, την χριστιανική πίστη και την Ελληνική συνείδηση. Ανεξέλεγκτα από κάθε εχθρική επιβουλή.

Ήρθαν στην μητέρα Πατρίδα, πρόσφυγες, χωρίς να γνωρίζουν την Ελληνική γλώσσα. Είχαν όμως στα βάθη της καρδιάς τους την πίστη και την Εθνική συνείδηση. Σήκωσαν το χέρι τους κι ελεύθερα έκαναν το σταυρό τους. Νοιώθουν μέσα τους την Ελληνικότητά τους. Αποτέλεσμα της πίστης που είχαν και την έκρυβαν σαν μυστικό φυλακτό.

Στα γύρω από το Δούκα χωριά, υπήρχαν πολλοί που μίλαγαν αλβανικά. Τους το επέβαλαν οι Τουρκαλβανοί. Όταν πέρασε ο Ιμπραΐμ από την περιοχή, όπως έχει αναφερθεί, επέβαλε στον κόσμο ν’ αλλαξοπιστήσει και να δηλώσει υποταγή, για ν’ αποφύγουν την καταστροφή που τους περίμενε, υποχώρησαν κι έκαμαν τη δήλωση. Όταν όμως πέρασε ο κίνδυνος επανήλθαν στο σωστό δρόμο. Αέρας ήταν και πέρασε. Η πίστη δεν ξεριζώνεται εύκολα από εκείνον που τη ζει. Από εκείνον που οι ρίζες είναι βαθειά μέσα στη ψυχή του. Σύσσωμοι οι πιστοί στις δύσκολες στιγμές βλέπουμε να μπαίνουν μπροστά και να δίνουν το αίμα τους και τη ζωή τους για την ελευθερία και την πίστη.

Η Εκκλησία του Αγίου Νικολάου, με τους παπάδες που τον υπηρετούσαν, στάθηκε ακλόνητη, στυλοβάτης των εθνικών επάλξεων. Η κεφαλή της εκκλησίας, ο Πατριάρχης, έσωσε θρησκεία, έθιμα, γλώσσα και εθνικότητα του χριστιανών Ελλήνων.

Οι παπάδες με τα κουρελιασμένα ράσα, υπηρέτησαν πιστά τον προορισμό που ετάχθησαν. Ιεροί φρουροί των ιερών μας παραδόσεων. Με μαρτύριο πίστεως και αγιοσύνης. Είχαν μέσα τους τον πυρήνα, την πεποίθηση, το πιο ενδόμυχο στοιχείο της ανθρώπινης προσωπικότητας. Διατηρούσαν μέσα τους άσβεστο το κανδύλι της ελπίδας, της ανάστασης του γένους. Αποτελούσε το Δούκα πραγματικό θερμοκήπιο, μυστικό πνευματικό εργαστήρι. Εύρισκαν οι καταπιεσμένοι τόνωση, ελπίδα και παλμό πίστης, θάρρος. Ελπίδα ότι θα φύγουν οι βαριές ημέρες και θα’ ρθει ο τρυγητός και η αγαλίαση.

Τα λιγοστά στοιχεία που μιλάνε για τους ταπεινούς υπηρέτες του Αγίου Νικολάου είναι: Για τον Ιερέα Παπαντώνη, που έχουμε ανωτέρω αναφέρει, που ήταν ακάματος αγωνιστής ο οποίος έφθασε μέχρι την Κωνσταντινούπολη. Μπήκε στα παλάτια του Σουλτάνου και του Βεζύρη και κατόρθωσε ν’ αποσπάσει προνόμια για το Δούκα και την περιοχή. Πήγε στο Πατριαρχείο κι απέσπασε από τον Πατριάρχη τα ιερά λείψανα που τώρα βρίσκονται στη στέγη του Αγίου. Τον διαδέχθηκε ο Παπαγεωργάκης, που είχε γεννηθεί το 1740. Είναι εκείνος που με τη σχολή που έφερε το όνομά του και τη βιβλιοθήκη, συνέχιζε να οπλίζει τους Δουκαίους με τα φώτα της παιδείας, που κατόρθωναν έτσι να μπαίνουν στα σεράϊα των Τουρκαλβανών Λαλαίων, να επηρεάζουν παραπειστικά τις ενέργειές τους, όταν αυτές στρέφονταν σε βάρος των χριστιανών. Τους έκανε πρωτοπόρους στη διαφώτιση της περιοχής.

Τη σκυτάλη την πήρε ο Παπαμιχάλης που γεννήθηκε το 1778 από τον οποίο έχει τις ρίζες της η οικογένεια των Παπαμιχαλόπουλων. Τον διαδέχτηκε ο Παπαγεώργης που γεννήθηκε το 1814, από τον οποίο πήραν το όνομά τους οι οικογένειες Παπαγεωργίου. Απόγονός του είναι ο πατριώτης μας Γιάννης Παπαγεωργίου. Δυστυχώς, όπως είναι φανερό, οι πληροφορίες για τους αγωνιστές αυτούς, που έζησαν τις δύσκολες στιγμές της σκλαβιάς και του ξεσηκωμού, για το δύσκολο αλλά πλούσιο έργο τους είναι φτωχές. Οι πηγές που υπήρχαν στα εκκλησιαστικά βιβλία και τα βιβλία της βιβλιοθήκης θυσιάστηκαν για τον αγώνα. Κάηκαν τα κειμήλια που είχε κάθε σπίτι, όταν κατέβηκαν οι Λαλαίοι κατά το Δούκα κι έκαψαν όλα τα σπίτια.

Μετά την ανάσταση του γένους και τη συγκρότηση του Ελληνικού κράτους, έστω και στη μικρή του έκταση, δεν έπαυσε ν’ αποτελεί ο Άγιος Νικόλαος το προσκυνητάρι της περιοχής. Να σκορπά και να διαλαλεί με το σήμαντρο της καμπάνας, ότι ο κόσμος ζει ελεύθερα. Η λευτεριά ξαναγύρισε στον τόπο που τη γέννησε.

Συνεχιστής υπηρέτης του Αγίου Νικολάου ήταν ο Γιώργιος Παπαμιχαλόπουλος. Τον ακολούθησε ο Ιωάννης Κων. Παπακωνσταντίνου. Αξιόλογος παπάς που υπηρέτησε επί πολλές δεκαετίες τον Άγιο. Ήταν ο πιο μορφωμένος παπάς της περιοχής. Ο Δεσπότης τον είχε δεξί του χέρι. Αρχιερατικός επίτροπος στην Ηλεία. Οι ρίζες του ήταν από τα Λαγκάδια της Γορτυνίας. Είχε παντρευτεί την κόρη του Πανάγου Γκοτζιά, Θεώνη. Μέχρι τα βαθειά γηρατιά του ήταν κοντά στον Άγιο. Τον διαδέχθηκε ένας άλλος άξιος Λευϊτης, ο Κων/νος Διον. Μιχόπουλος, που ετίμησε με τη ζωή του και το παράδειγμά του, την ιερή αποστολή του, σαν ιερέας και οικογενειάρχης. Γι’ αυτό τον εκτιμούσε όλη η περιοχή. Έφυγε νέος. Τον αντικατέστησε ο Γεώργιος Κασκαντίρης από το χωριό Μηλιές, πηγή αρκετών άξιων ιερέων.

Ο Παπαγιώργης ήταν πραγματικός χριστιανός. Τολμώ να τον χαρακτηρίσω πρόβατο του Θεού. Ταπεινός κι αγαπητός απ’ όλο τον κόσμο. Το χωριό μας τον εκτιμούσε για τα χαρίσματά του. Ήταν ένα πραγματικό κόσμημα. Μετά την αποστρατεία του, τον διαδέχτηκε ο Παναγιώτης Γραμματικόπουλος, που εκτιμά το χωριό μας. Είναι άξιος συνεχιστής των λειτουργιών του Αγίου μας. Αγαπητός στο χωριό μας. Οι Δουκαίοι θεωρούν τον παπά του χωριού τους αντιπρόσωπο του Θεού που σταλάζει παρηγοριά στους πονεμένους κι ενθαρρύνει τους ναυαγούς της ζωής.

Θα ήταν παράλειψη εάν δεν αναφέρονταν άλλοι άξιοι υπηρέτες της Εκκλησίας μας.

 

* Το κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο «Η ιστορία του χωριού Δούκα – Ηλείας» του επίτιμου δικηγόρου Κωνσταντίνου Ιωάννου Γκοτζιά.