Οι Βρύσες του Χωριού

Το νερό είναι η ζωή του ανθρώπου. Η ζωή κάθε ζωντανού πλάσματος. Η ζωή της τροφοδότου γης. Της γεννήτρας κάθε αγαθού. Κάθε κοινωνία, μικρή ή μεγάλη, προσπαθεί να κατοικήσει κοντά στην πηγή της ζωής. Το νερό. Κάθε χωριό προτιμά να φτιάσει τη ζωή του γύρω από τις πηγές που χαρίζουν την ευτυχία. Κοντά στις πηγές φτιάνουν τον τόπο της διαμονής τους, εκείνοι που αφιερώνουν την ύπαρξή τους και προσπαθούν να πλησιάσουν την Ανώτατη Αρχή: τα μοναστήρια.

Η ύδρευση του χωριού μας ήταν μεγάλο και δύσκολο πρόβλημα. Απασχολούσε κάθε οικογένεια. Ο τρόπος της ύδρευσης επί πολλά χρόνια στηριζόταν στην προσπάθεια του χωριού, τουλάχιστον να υπάρχει νερό. Δεν υπήρχαν ούτε τα μέσα τα οικονομικά, ούτε τα μηχανικά για βελτίωση και καλύτερη οργάνωση. Εξακολουθούσε να λειτουργεί ο παλιός τρόπος της μεταφοράς του νερού από τις πηγές. Κανένα σπίτι δεν είχε εγκατάσταση νερού, αφού ο τρόπος μεταφοράς του ήταν αποκλειστική υπόθεση κάθε σπιτιού. Ήταν υποχρεωμένο κάθε σπίτι ν’ απασχολεί ένα άτομο για τον εφοδιασμό του πολύτιμου αγαθού.

Ο απαραίτητος εξοπλισμός για μεταφορά ήταν τα δρύϊνα βαρέλια και ο μεταφορέας. Το νερό στις βρύσες δεν ήταν άφθονο, ώστε το γέμισμα των βαρελιών να γίνεται μ’ ευκολία και χωρίς δυσκολίες. Χρειαζόταν να περιμένεις. Ήταν απαραίτητη η σειρά προτεραιότητας. Φυσικά δεν υπήρχαν καθίσματα και αριθμός προτεραιότητας, όπως τώρα τελευταία γίνεται σε πολλές υπηρεσίες. Ήταν ευκαιρία για το κουβεντολόι και το σχετικό κουτσομπολιό. Πολλές φορές το θέμα της σειράς δημιουργούσε επεισόδια και διαπληκτισμούς. Ο εφοδιασμός με νερό ήταν συνήθως αρμοδιότητα των γυναικών. Των νοικοκυράδων του σπιτιού.

Ο καλύτερος βοηθός στη μεταφορά ήταν ο γάιδαρος (ο κυρ Μέντης). Δινόταν κι αυτού του καημένου η ευκαιρία να κορέσει τη δίψα του. Να ξεδιψάσει. Και όταν γέμιζαν τα βαρέλια, έπαιρνε την ανηφόρα του γυρισμού. Το νερό στο σπίτι ήταν λειψό. Δεν βοηθούσε στην τήρηση καθαριότητας. Μαρτύριο μεγάλο ήταν για τα σπίτια που δεν διέθεταν μεταφορικό μέσο. Ήσαν υποχρεωμένες οι γυναίκες να μεταφέρουν το βαρέλι από τη βρύση στο σπίτι τους με την πλάτη τους. Ήταν δράμα καθημερινό.

Το χωριό εφοδιάζονταν με νερό από τις δύο βρύσες. Την απάνω και την κάτω. Είναι και οι δύο στην μεγάλη ρεματιά, στην νότια πλευρά του χωριού. Η μια από την άλλη απέχει περίπου ένα χιλιόμετρο. Δεν είχαν πολύ νερό. Είχαν φτιαχτεί δεξαμενές που μάζευαν νερό. Η απάνω βρύση είχε όμορφο θολωτό πέτρινο κατασκεύασμα, μια τοξοτή εσοχή. Στο κέντρο της εσοχής υπήρχε το στόμιο, που έβγαινε το νερό. Είχε μαρμαρένια γούρνα να πίνουν νερό τα ζώα. Οι κατασκευαστές μαστόροι, είχαν φτιάσει μια όμορφη κατασκευή σαν τα παλιά γεφύρια. Στέρεο πράμα. Ο χρόνος δεν μπόρεσε να επιβάλει τη φθορά και τη διάλυση. Την έκαμαν ανθρώπινα χέρια που δυστυχώς εξαφάνισαν ένα παλιό όμορφο ενθύμιο. Το τοπίο πραγματικά ανεπανάληπτο. Πνίγεται από τα θεόρατα πλατάνια που συντρόφευαν τη βρύση. Μαγεύεσαι από τα ερεθίσματα του φυσικού περιβάλλοντος με το οποίο γεμίζεις τον ψυχικό σου κόσμο. Στις πλαγιές κουμαριές, ρίκια και αριές δίνουν ομορφιά και αγριάδα. Ένα πραγματικά βασίλειο του πρασίνου, με συντροφιά τα κελαηδίσματα των πουλιών και την παρουσία των μικρών ερπετών που ξεφυτρώνουν από τα κλαδιά. Οι πατριώτες προτιμούσαν λιγότερο την απάνω βρύση γιατί ήταν πιο μακριά κι είχε, κακώς επικρατήσει, ότι το νερό της υστερούσε σε ποιότητα της κάτω βρύσης. Η περιοχή ήταν πλούσιος βοσκότοπος, ιδιαίτερα για τις κατσίκες, που γυρίζοντας από τη βοσκή προσέφεραν άφθονο γάλα.

Και η κάτω βρύση έχει τις δικές της ομορφιές. Καλύπτουν την υπόστασή της, βαθύσκια πλατάνια που είχαν φυτεμένα φιλότιμα χέρια. Είχαν γίνει εγκαταστάσεις πιο συγχρονισμένες, να μη φεύγει ούτε σταγόνα νερού.

Τα πράγματα τελευταία άλλαξαν προς το καλύτερο. Έγινε σύνδεση με τις πηγές της Αύρας κι έδειχνε ότι ελύθη το πρόβλημα. Δυστυχώς και οι πηγές αυτές φτώχειναν. Έπαψαν ν’ αναβλύζουν όπως πρώτα τα άφθονα και δροσερά νερά. Η κατάσταση είναι κατά πολύ βελτιωμένη. Εξαφανίστηκε το μαρτύριο με τα βαρέλια. Κάθε σπίτι έχει νερό μέσα στο οίκημά του. Ο μηχανολογικός εξοπλισμός έκανε τη ζωή πιο άνετη. Στο πάνω μέρος του χωριού έχει εγκατασταθεί δεξαμενή κι από εκεί διοχετεύεται το νερό σε κάθε σπίτι. Οι στάμνες που κρατούσαν δροσερό το νερό αποτελούν ανάμνηση, δεν υπάρχουν πια. Τις αντικατέστησαν τα ψυγεία. Οι δύο βρύσες συμφιλιωθήκανε. Ενωθήκανε και το νερό ρέει στη δεξαμενή της κάτω βρύσης. Είναι μια πρόοδος που τιμά τους συμπατριώτες για τα καλά βήματα που έκαναν. Βοήθησαν και όλοι εκείνοι που μένουν μακριά από τη γενέτειρά τους. Δεν ξεχνιέται και η μικρή βρυσούλα στο Σουληναράκι, που κι εκείνη με το λιγοστό νερό της δρόσιζε το διαβάτη και πότιζε το περιβολάκι του Διονύση Σπηλιόπουλου.

Είναι όλες αυτές οι πηγές συνδεδεμένες με τη ζωή μας και δεν ξεχνιούνται. Έχουν ταυτισθεί με τη διαβίωσή μας. Δεν ρίχνονται στη λήθη. Κανείς δεν αγνοεί τα περασμένα.

 

* Το κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο «Η ιστορία του χωριού Δούκα – Ηλείας» του επίτιμου δικηγόρου Κωνσταντίνου Ιωάννου Γκοτζιά.