Ο Ορνιθώνας (κοτέτσι)

"Βασιλιάς δεν είναι κορώνα φορεί. Ρολόϊ δεν έχει τις ώρες μετρεί". Το ξύπνημα της καινούργιας ημέρας, αρχίζει με το πρώτο λάλημα του πετεινού, που με τη βασιλική φορεσιά του, το υπερήφανο ανάστημά του και τη βροντερή φωνή του, ρίχνει το σύνθημα για το ξύπνημα των ορνίθων και φωνάζει τους ανθρώπους για δουλειά. Ηγεμονικός, φροντίζει για το ασκέρι του, σαν τους πασάδες τα χαρέμια τους. Τον βλέπεις κορδωτό σαν λόρδος να περιποιείται τις όρνιθές του, που του αναγνωρίζουν την ανωτερότητά του. Στο φαγητό, ιππότης, αφήνει να φάει πρώτα η συντροφιά του, τ’ ασκέρι του και ύστερα γεύεται ο ίδιος. Είναι μια οικογένεια κι αυτός αρχηγός, τους προσφέρει την ηδονή και την πνοή της συνέχισης του είδους. Βροντοφωνεί την παρουσία του με διπλό κικιρίκου και υπερασπίζεται τα δικαιώματά του όταν κάποιος συνάδελφός του θελήσει να τον αμφισβητήσει.

Σε μια γωνιά, κοντά στο σπίτι, είναι η στέγη τους, το κοτέτσι. Συγκεντρώνονται, όταν ο ήλιος πορεύεται στη δύση του και ξυπνούν πριν ακόμα χαράξει στον ορίζοντα, με το σύνθημα που δίνει ο αρχηγός για τον αγώνα της ζωής. Τρέχουν, φτερίζοντας.

Σκαλίζουν τη γη να βρουν κανένα σκουλίκι, κανένα σπόρο, να φάνε κανένα τρυφερό χορτάρι. Αλωνίζουν χωρίς περιορισμούς με χαρά όπου βρεθούν. Γι’ αυτό τις λένε και αλανιάρες. Μπαίνουν όπου βρίσκουν πράσινα λαχανικά, ακόμη και σε ξένες ιδιοκτησίες και γίνονται αιτία πολλές φορές για τσακωμούς και φωνές από τις γειτόνισες: "Να μαζέψεις τις κότες σου, μου ’φαγαν τα λάχανα, άμα τις ξαναβρώ στον κήπο μου θα τις σκοτώσω". Αυτά τα φτερωτά πλάσματα, που τα λέμε κουτορνίθια, είναι η απαραίτητη συντροφιά του ανθρώπου, δουλεύουν γι’ αυτούς, όπως και όλα τα άλλα πλάσματα. Δίνουν τη χαρά με τη γέννηση τους που με τις φωνούλες τους κάνουν τα παιδιά, τους μικρούς τους φίλους, να τα παίρνουν στα χέρια και να τους χαρίζουν τα χάδια τους. Αυτά τα μικρά πλάσματα σε λίγο θα τους δίνουν φρέσκα αυγά, που τόση μεγάλη ανάγκη έχουν για να βάλουν καλές βάσεις στη ζωή τους. Προσφέροντας θυσία στον αδηφάγο άνθρωπο. Προσφέρουν τις ωραίες ομελέτες. Στις γυναίκες να φτιάσουν τα γνήσια και νόστιμα ζυμαρικά, τις χυλοπίτες. Τον τραχανά, τα ζυμαρικά που αγαπούν όλοι οι Έλληνες. Να θυμηθούμε κάποτε που ορισμένους μήνες μέσα στο κρύο χειμώνα αρνιόντουσαν οι κότες να μας προσφέρουν το θησαυρό τους και δεν βρίσκαμε ένα αυγό ν’ αυγοκόψουμε το φαγητό. Τώρα η μηχανή και το καλό φαΐ τις φιλοτιμούν να μη μας απογοητεύουν. Υπάρχει αφθονία από τα προϊόντα τους που με χαρά αναγγέλουν την προσφορά τους. Με το κακάρισμά τους, ότι το φρέσκο αυγό είναι στη διάθεσή μας. Καλοφάγωτα.

 

* Το κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο «Η ιστορία του χωριού Δούκα – Ηλείας» του επίτιμου δικηγόρου Κωνσταντίνου Ιωάννου Γκοτζιά.