Ο Γάμος

Είναι μια κοινή πορεία πίστης, αγάπης και αλληλοσεβασμού. Δεν πρέπει να στηρίζεται σ’ εφήμερα συναισθήματα ή στην ερωτική έλξη, την εξωτερική εμφάνιση, την κοινωνική θέση και οικονομική ευμάρεια, αλλά μόνο στην αγάπη που πρέπει να ριζώσει στην καρδιά των συζευγμένων, στο θεμέλιο που καθιστά απρόσβλητο το οικοδόμημα αιώνιο.

Στα χωριά παλαιότερα, όπως είναι γνωστό, υπήρχε περιορισμός στη δημιουργία γνωριμιών και σχέσεων μεταξύ των νέων. Υπήρχε σεβασμός των νέων προς τις νέες του χωριού. Η δημιουργία σχέσεων παρανόμων ήταν διασυρμός για το νέο, πολύ περισσότερο δε για τα κορίτσια. Το θέμα του γάμου ήταν στα χέρια των γονέων. Ήταν υπό τον έλεγχό τους. Είναι γνωστές οι ιστορίες και πολλές φορές και τα οικογενειακά δράματα σε περιπτώσεις παρανομιών. Οι λόγοι τιμής ήταν κοινωνικοί κανόνες που η παραβίασή τους ήταν η μεγαλύτερη προσβολή. Ήταν πράξη ασυγχώρητη.

Το κουβέντιαζαν πρώτα μεταξύ τους οι γονείς των νέων και αφού ρύθμιζαν όλες τις λεπτομέρειες προχωρούσαν στη λογοδοσία. Ήταν από τα κεφαλαιώδη δικαιώματα των γονιών πάνω στα παιδιά τους.

Ένα θεμελιακό πρόβλημα που έπρεπε να συζητηθεί και να ρυθμιστεί ήταν η προίκα που θα έδινε ο γονιός της νύφης στο γαμπρό. Πολλές φορές ήταν το εμπόδιο στην πρόοδο της διαπραγμάτευσης. Μια φτωχειά κοπέλα εύρισκε πολλές δυσκολίες στη δημιουργία οικογένειας. Ο θεσμός της προίκας ήταν από την αρχαιότητα εμπόδιο για τις φτωχές κοπέλες. Ο μεγάλος νομοθέτης της Σπάρτης, Λυκούργος, έκανε μία σοβαρή τομή που έπρεπε να περάσουν δύο χιλιάδες χρόνια για να το επιβάλει πάλι ο σημερινός νομοθέτης. Κατάργησε την προίκα. Όταν λοιπόν ερώτησαν τον Λυκούργο γιατί εθέσπισε να παντρεύονται τα κορίτσια χωρίς προίκα, ο Σπαρτιάτης νομοθέτης απάντησε: "Για να μην μένουν, λόγω της ατυχίας των, ανύπαντρα τα μεν και να μην παντρεύονται λόγω του πλούτου τα δε, αλλά δια να εκτιμάται ο χαρακτήρας των και να κρίνεται η εκλογή με βάση την αρετήν των". Τα σοφά λόγια του Λυκούργου ας ελπίσουμε να γίνουν βίωμα των ανθρώπων, γιατί δυστυχώς δεν έχουμε φτάσει σ’ αυτό το σημείο. Κι ακόμη στη Σπάρτη προέτρεπαν τους νέους να παντρεύονται. Ακόμα και με ποινές τιμωρούσαν όχι μόνο τους άγαμους, αλλά κι εκείνους που αργούσαν να παντρευτούν. Τις ποινές τις έλεγαν "ζημία αγαμίας" και "ζημία οψιγαμίου" και σαν να μην έφτανε αυτό τους θεωρούσαν και "άτιμους".

Η συμφωνία της προίκας γινόταν γραπτά και με συμβόλαιο. Δείγμα προικοσυμβολαίου παραθέτουμε για μια ιδέα του περιεχομένου:

"Εν Ονόματι του Πατρός και του Γιου και του Αγίου Πνεύματος Αμήν. Παναγία Θεοτόκε βοήθησον το παρόν συνοικέσιον. Εγώ η Σαραφτιανώ, παντρεύω την παμφιλέστατή μου θυγατέρα Ελένη και της δίνω νόμιμο άνδρα Κωνσταντίνο, γιο του Φώτη, εις πρώτον συνοικέσιοι και επιτάσσω αυτής προικώον, άσπρα χιλιάδες 3, καγνάδια 2, και της πεθεράς 1, μέρτζιες ζωνάρια 2, με κουμπιά 1, ασήμια 150 δράμια, χάλκωμα οκάδες 3, πουκάμισα με επικαλύματα 5, του πεθερού 1, σαγιάκα 1, δίμητα 5, φλοκάτα 1, ζωνάρι 1, μουκατέμι 1, ζώνα 1, ποδιές 2, πετσιμάλια 2, γελάδες 1 και τ’ αμπέλια, το προικιό με όλο το χωράφι, το προικιό μου στην Τζοντήλα όλο, στην Κρυψάλα σιμά στου Κονόμου και τον κήπο στο λάκκο στη βρύση από πάνω, δικέλλ 1 και μελίσσια 1. Αυτά της έδωσα και ο πλουσιόδωρος Θεός να δώσει πολλά και εις των πρεσβειών του Αγίου και ενδόξου μεγαλομάρτυρος Προκοπίου Αμήν 1751."

Αφού γινόταν επίσημα λογοδοσία, που αποτελούσε συμβόλαιο, άρχιζαν οι προετοιμασίες για τους αρραβώνες ή κατ’ ευθείαν για το γάμο.

Οι γάμοι συνήθως γινόταν τις Κυριακές στην Εκκλησία.

Την Παρασκευή πριν από το γάμο, γινόταν η έκθεση των ρούχων που θα έπαιρνε η νύφη. Ήταν η ημέρα της προίκας. Οι φιλενάδες της νύφης την βοηθούσαν στην έκθεση της προίκας. Στα προικιά έριχναν ρύζι για να ριζώσει η νέα οικογένεια. Λουλούδια για να είναι η νέα οικογένεια πάντα χαρούμενη. Έβαζαν να καθίσει ένα αγόρι που είχε και τους δύο γονείς του, με την ευχή το ζευγάρι να είναι πάντα καλά και ν’ αποκτήσει παιδιά. Οι συγγενείς έριχναν στην προίκα χρήματα με την ευχή η νέα οικογένεια να ευημερεί. Το κύμα της αγάπης να τους αγκαλιάζει.

Αν το σπίτι του γαμπρού ήταν σ’ άλλο χωριό τα προικιά τα φόρτωναν σε άλογα ή σε κάρα, που λειτουργούσαν τότε, να τα μεταφέρουν. Στ’ άλογα πάντα κρέμαγαν χρωματιστό μαντήλι καθώς και στους καβαλλάρηδες και τον οδηγό του κάρου. Ο γάμος γινόταν στην εκκλησία του χωριού της νύφης. Ο γαμπρός, όπως πάντα, πιο μπροστά στην εκκλησία και περίμενε τη νύφη. Τον συνόδευε ο πατέρας, οι συγγενείς και οι φίλοι του, οι λεγόμενοι μπλαξέριδες, όπως και τη νύφη. Πρώτα φίλαγε το χέρι του πατέρα του γαμπρού και μετά το γαμπρό όταν έφτανε στην εκκλησία. Κατά την τέλεση του μυστηρίου επικρατούσε ησυχία, μέχρι τη στιγμή που ο παπάς έλεγε: "Η δε γυνή να φοβείται τον άνδρα”. Η νύφη πάταγε το πόδι του γαμπρού σ’ ένδειξη ότι θα τον έχει στο χέρι. Στο Ησαϊα χόρευε, γινόταν πανζουρλισμός. Ρύζι, κουφέτα και χάλκινες δεκάρες που υπήρχαν τότε, είχαν στόχο τους νεόνυμφους. Το ζευγάρι με συνοδεία του κόσμου και μουσικά όργανα, κλαρίνο, νταούλι, πίπιζα και βιολί κατευθύνονταν στην πλατεία του χωριού και άρχιζε ο χορός. Το χορό άνοιγαν η νύφη και ο γαμπρός κι όλοι οι συμπεθέροι.

"Χόρεψε μαυρομάτα μας και μοσχαναθρεμένη να μη μας βασκαθείς είσαι καμαρωμένη"

Το γλέντι διαρκούσε μέχρι τη Δευτέρα. Τα κρέατα και τα κρασιά ήσαν άφθονα. Ο κάθε συγγενής ή φίλος έφερνε στο σπίτι του γαμπρού ή της νύφης το σφαχτό του και κρασί, εκτός από τα δώρα που πρόσφεραν στο ζευγάρι. Ήταν ημέρα ομορφιάς, πηγή χαράς για όλο το χωριό. Η χαρά κι ευτυχία ήταν διάχυτη σ’ όλους. Εχθροί και φίλοι γίνονταν ένα και οι ευχές ατελείωτες. Οι νεαρές και οι νεαροί δέχονταν την ευχή και στα δικά τους. Ήταν ευκαιρία για το “ψήσιμο” και άλλων γάμων.

Μετά από οκτώ ημέρες οι νιόπαντροι γύριζαν στο σπίτι της νύφης. Τα πιστρόφια (δηλ. επιστροφή). Έτσι έκλεινε αυτός ο κύκλος για ν’ ακολουθήσει κάποιος άλλος.

Σιγά - σιγά σβήνουν κι αυτές οι εκδηλώσεις. Γνήσιες κι αγνές που έδεναν τους ανθρώπους μεταξύ τους. Έθιμα που έζησαν αιώνες κι έδιναν ζωντάνια στα χωριά. Η αγνή ζωή των χωρικών, επιρεάστηκε από τις αστικές συνήθειες κι έχασε την ομορφιά κι αυθόρμητη εκδήλωση και χαρά. Επικρατούν οι τυπικότητες με τη σφραγίδα της προόδου και του πολιτισμού που αναδύονται δειλά μέσω από τον θολό ορίζοντα.

 

* Το κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο «Η ιστορία του χωριού Δούκα – Ηλείας» του επίτιμου δικηγόρου Κωνσταντίνου Ιωάννου Γκοτζιά.