Ονομασία του Χωριού

Ποιοι ήσαν οι πρώτοι κάτοικοι του χωριού και γιατί του έδωσαν το όνομα Δούκα, δεν είναι ξεκαθαρισμένο γιατί δεν υπάρχουν αδειάσειστα στοιχεία, για να το εδραιώσουν.

Έχουν πάνω σ’ αυτό το θέμα διατυπωθεί γνώμες και παραδόσεις. Η κάθε μία με τα δικά της επιχειρήματα.

Η πρώτη παράδοση φέρει πρώτους οικιστές, προερχόμενους από τους Δουκάδες ή Δουκάτες των Ακροκεραυνίων, γειτονικά με την Αλβανία, με επικεφαλής κάποιον Μιχαήλ Δούκα, κατά τον 14ο αιώνα. Η εκδοχή αυτή, όπως αναφέρει και ο αείμνηστος Γεώργιος Χρυσανθακόπουλος στο βιβλίο του "Η Ηλεία επί Τουρκοκρατίας”, δεν ευσταθεί. Εάν οι πρώτοι κάτοικοι προέρχονταν από την περιοχή της Αλβανίας, θα έπρεπε, έστω και ένας κάτοικος του χωριού, να μιλεί την αλβανική γλώσσα ή έστω να ψελίζονται αλβανικές λέξεις ή να υπάρχουν ίχνη που να δείχνουν τη ζωή τους, τα έθιμά τους, τους τρόπους τους και το επίπεδο της μόρφωσής τους. Δεν υπάρχει όμως κανένα στοιχείο να τεκμηριώνει την άποψη αυτή, αφού ούτε ένας κάτοικος του χωριού δεν μίλησε αλβανικά. Είναι αλήθεια ότι στην Πελοπόνησσο είχαν κατέβει πολλές φορές Αλβανοί με προθέσεις κατακτητικές και συμπεριφορά ληστοσυμμοριτών. Χωριά της Κάπελης και της περιφέρειας Ωλωνού μέχρι το Λάλα μιλούσαν ελληνικά και αλβανικά, στα περισσότερα όμως μιλούσαν ελληνικά. Ο Αμβρόσιος Φραντζής αναφέρει ότι η πόλη Λάλα υπήρξε από το 1714 και ότι αυξήθηκε ο πληθυσμός από το 1780.

Μετά την καταστροφή του από τους Τούρκους, πολλοί από τους Αλβανούς κατέφυγαν και εγκαταστάθηκαν στο Λάλα. Περί το 1770 κατέβηκε στην Πελοπόνησσο ο Αζίζ Αγάς, Σερβάνος Τουρκαλβανός Βέης, με 150 άτακτους και εγκαταστάθηκε στην Ηλεία, έχοντας κρυσφήγετο στη θέση Αετός, που πρόκειται για τη θέση Πουλί στην παλαιά οδό Πύργου-Λάλα που πέρναγε από το χωριό Μάγειρα. Οι Τουρκαλβανοί Λαλαίοι μιλούσαν ελληνικά και αλβανικά και πολύ λίγα τουρκικά. Κείμενο της Καποδιστριακής περιόδου αναφέρει ότι οι Λαλαίοι μιλούσαν την καθομιλουμένη ελληνική γλώσσα και αρβανίτικα καθώς και λίγα τούρκικα. Πιο πάνω από την Απάνω Βρύση, είναι περιοχή που λέγεται και τώρα λάκκα Τσάμη. Στα μητρώα της Κοινότητας Δούκα από το 1824 αναφέρεται επώνυμο Κανελλόπουλος-Τσάμης Ιωάννης του Κων/νου με έτος 1891.

Το όνομα Τσάμης έχει αλβανική προέλευση. Τούτο μάλλον προέρχεται από παράνομο (παρατσούκλι), που συνηθίζονταν και συνηθίζεται ακόμη και σήμερα μεταξύ των χωρικών. Τούτο, βέβαια, δεν μπορεί να επηρεάσει την πραγματικότητα. Το μορφωτικό επίπεδο της περιοχής των Ακροκεραυνίων ήταν ανύπαρκτο, ενώ το μορφωτικό επίπεδο των Δουκαίων, από τον καιρό της εγκατάστασή τους, ήταν υψηλό, παρά το γεγονός ότι ζούσαν κοντά στο Λάλα με τους θηριώδεις τουρκαλβανούς και μπορούσε να είχαν επιδράσεις. Τα παραπάνω δε βοηθάνε να στεριώσει η άποψη ότι οι πρώτοι κάτοικοι του χωριού προερχόντουσαν από τους Δουκάδες ή Δουκάτες των Ακροκεραυνίων, όπως ορισμένοι υποστηρίζουν.

Η άλλη εκδοχή, την οποία επίσης αναφέρει στο βιβλίο του ο αείμνηστος Γεώργιος Χρυσανθακόπουλος, είναι ότι οι πρώτοι κάτοικοι προερχόντουσαν από τη Γαλλία. Εκδιωχθέντες από εκεί τον 14ο αιώνα, λόγω των επαναστάσεων και ότι κάποιος από αυτούς έφερε τον τίτλο του Δούκα και ότι από αυτόν πήρε το όνομα Δούκα το χωριό. Το όνομα Ανέζα, που φέρει μια περιοχή του χωριού, ως ένδειξη για να υποστηριχθεί η άποψη αυτή, αδυνατεί, κατά την ταπεινή μου γνώμη, να γίνει δεκτή. Υπάρχει το επιχείρημα ότι οι προερχόμενοι από την Γαλλία πρώτοι οικιστές του χωριού ήσαν μορφωμένοι και έτσι οι απόγονοί τους ακολούθησαν τον ίδιο δρόμο, αφού πράγματι οι κάτοικοι του χωριού ήσαν και οι πλέον μορφωμένοι και προοδευτικοί, όχι μόνο της περιοχής, αλλά σχεδόν όλης της Ηλείας. Το επιχείρημα δε θεμελιώνει την εκδοχή αυτή, αφού κανένα άλλο στοιχείο δε στηρίζει την πλευρά αυτή. Είναι δύσκολο να δεχθεί κανείς ότι η ζωή των οικιστών δεν θ’ άφηνε σημάδια, έστω και λιγοστά, του γαλλικού πνεύματος και του τρόπου ζωής τους, όσο και αν ο χρόνος είναι ο καταλύτης των ιχνών τους. Είναι γνωστό ότι οι Γάλλοι ακολουθούσαν το θρήσκευμα της Καθολικής (Παπικής) Εκκλησίας και όπου πήγαιναν μαζί με τη γλώσσα τους, έπαιρναν και το θρήσκευμά τους. Μάλιστα, προσηλύτιζαν στο θρήσκευμά τους, όπως συμβαίνει και μέχρι σήμερα. Τούτο εφάρμοσαν σ’ ορισμένα νησιά του Αιγαίου, όπου αρκετοί κάτοικοί τους ακολούθησαν τον Καθολικισμό, ίδρυσαν Καθολικές Εκκλησίες και διακρίνονται για το θρησκευτικό φανατισμό τους.

Και σ’ αυτό τον τομέα κανένα ίχνος δεν υπάρχει ώστε να διαφαίνεται αμυδρό φως τού περάσματος τους. Επικαλούνται ορισμένοι ονόματα τοποθεσιών για να στηρίξουν την άποψη, όπως Αννέζα, Λουκίσα, Βύλιζα, ότι δήθεν έχουν γαλλική ρίζα. Φοβούμαι ότι παρασύρονται από πρόχειρες και αβασάνιστες σκέψεις. Το όνομα Ανέζα φέρει και χωριό που βρίσκεται στον υγροβιότοπο του Αμβρακικού, περιοχή που γειτνιάζεται στους χώρους που πολλές φορές διατάραξαν αλβανικά στίφη και δυνατόν να έχει αλβανική προέλευση, δεδομένου ότι γαλλική παρουσία στην περιοχή δεν διαπιστώνεται. Το όνομα Βύλιζα έχει ρίζα αλβανική γι’ αυτό και το όνομα του χωριού αντικαταστάθηκε με το όνομα Πεύκες. Το όνομα Βύλιζα απαντάται και στην περιοχή Ματσούκα, στους Καλαφρύτες της Ηπείρου και δεν αποκλείεται να έχει καταγωγή αλβανική ή σλαυική. Πάντως όχι γαλλική, αφού από πουθενά δεν φαίνεται γαλλικό πέρασμα. Όσον αφορά την πολυτραγουδισμένη Λουκίσσα με τα κρύα νερά και τους πολλούς καντάλους, νομίζω ότι η ονομασία έχει ρίζες τουρκικές. Η Γαλλία κατά τους χρόνους που τοποθετείται η προέλευση των πρώτων κατοίκων του χωριού, τον 14ο αιώνα, δεν βρισκόταν σε αξιόλογο μορφωτικό επίπεδο, που θα το μετέφεραν στη νέα πατρίδα τους, εάν ήλθαν σαν πρόσφυγες. Ο 14ος αιώνας είναι η περίοδος που ολόκληρη η Ανατολή - Μικρά Ασία επισκιάζεται από τα σύννεφα των Σελτζούκων Τούρκων. Ήταν παρακινδυνευμένο επομένως να εγκατασταθούν Γάλλοι και να ιδρύσουν το Δούκα, σε έναν τόπο που δεν ήταν ούτε πλούσιος ούτε παραγωγικός. Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, οι Γάλλοι είναι φανατικοί καθολικοί, πράγμα που το έδειξαν και με τις σταυροφορίες με τις οποίες υπονόμευσαν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Οι αρχικοί κάτοικοι ήσαν Ορθόδοξοι που δείχνεται από την Εκκλησία του Αγίου Νικολάου που είναι πανάρχαιη και οπωσδήποτε τα θεμέλιά της έχουν τεθεί από τα χέρια των πρώτων οικιστών και την ορθόδοξη πίστη τους, που την διατήρησαν τόσο οι Δουκαίοι όσο και τα γύρω χωριά, σ’ όλη τη διάρκεια της σκληρής Τουρκικής τυραννίας. Δεν είναι επομένως δυνατόν, κατά την ταπεινή μου γνώμη, να ευσταθήσει και η εκδοχή αυτή.

Στο βιβλίο του ερευνητού προθιερέως Νικολάου Παπαδόπουλου "Κατά καημένος Μωριάς σελίδες του 1821" που επί χρόνια ιερούργησε στο Ναό του Αγ. Γεωργίου Καρύτση, στην σελίδα 645, αναφέρει ότι "Κατάσπαρτος είναι η Αχαΐα και ιδίως η επαρχία Καλαβρύτων από προσφυγικάς βυζαντινός οικογένειας των χρόνων πέριξ της Άλωσης της Πόλης. Μεταξύ των οικογενειών που εγκαταστάθηκαν ήσαν και οι οίκοι Φραντζή, Παλαιολόγου, Δούκα και άλλοι που σώζονται μέχρι σήμερα εκ των επωνύμων ή των ονομάτων των χωρίων. Και ήλθον εις τον Μωρέαν οικογένειαι ευπορούσαι και παιδείαν έχουσαι". Το πιθανώτερον και περισσότερο βάσιμο είναι οι πρώτοι κάτοικοι του χωριού Δούκα ήσαν Έλληνες που εγκατέλειψαν την Κων/πολη ή την περιοχή της Ανατολικής Θράκης ή της Μικράς Ασίας κατά τους χρόνους της Άλωσης της Πόλης ή και προηγουμένως, κατά τους χρόνους των σταυροφοριών και κατάληψης της Πόλης το 1204, που εξανάγκασαν πολλούς κατοίκους να εγκαταλείψουν τον τόπο τους και να εγκατασταθούν στην Πελοπόνησσο. Αναφέρεται ότι όλοι οι κάτοικοι αναζήτησαν τρόπους διαφυγής, καθώς θεωρούσαν ότι σύντομα θα γνώριζαν την ίδια τύχη με τους κατοίκους της Πόλης μετά την Άλωση. Όπως συμπληρώνει παραστατικά ο ιστορικός της Άλωσης: "Και αι νήσοι κι εν τω Αιγαίω σχεδόν ξύμπασαι ώρμηντο εις φυγήν και ηγεμόνες των Ελλήνων... " Οι πρόσφυγες, φορείς ιδεών της πρωτεύουσας, έδωσαν νέα πνοή στον Πελοπονησσιακό χώρο.

Ο Γεννάδιος αναφέρει: "Πάσαι μεν ήπειροι, πάσαι δε νήσοι καθάπερ άχθος τι μέγα, επαιτούντες άχρις και νυν δεχόντων φυγάδες έφταναν και στην Πελοπόνησσο. Ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης (1423-1490) κατέφυγε στην Πελοπόνησσο μετά την Άλωση. Γιατί επέλεξαν για εγκατάσταση την τοποθεσία του χωριού; Πιθανότατα την θεώρησαν ότι πληρούσε όρους ασφάλειας και εξυπηρέτησης. Βρισκόταν κοντά στον Ενιπέα ποταμό και περιβάλλονταν από λόφους και δάση. Ίσως βρήκαν συμπαράσταση από τους κατοίκους της περιοχής που ήσαν χριστιανοί και τους δέχτηκαν αναγνωρίζοντας τους μεταξύ τους δεσμούς. Είναι αποδεδειγμένο ότι η προέλευση κάθε ανθρώπου είναι ριζωμένη μέσα στην ψυχή του και δύσκολα ξεριζώνεται από τον αμείλικτο χρόνο.

Πάντα αφήνει τα σημάδια του περάσματος του.

Είναι μια άποψη για τους πρώτους κατοίκους και την ονομασία του χωριού μας, που αντέχει στην έρευνα και την κριτική. Νομίζω ότι έχει τα περισσότερα επιχειρήματα που την βοηθούν να ευσταθήσει. Ας ερευνηθεί.

 

* Το κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο «Η ιστορία του χωριού Δούκα – Ηλείας» του επίτιμου δικηγόρου Κωνσταντίνου Ιωάννου Γκοτζιά.