Κουκουναριές

Ο τόπος της παιδικής χαράς. Κοντά στη βόρεια λαγκαδιά δέσποζαν, χοντόκορμα και φουντωτά, σειρά από τα δέντρα που πήρε το όνομά τους. Οι Κουκουναριές. Μαζί με τις θεόρατες ολάνθιστες στα κίτρινα λουλούδια τους καστανιές, έκαναν το τοπίο ελκυστικό και απολαυστικό.

Ήταν ο τόπος του παιδομαζώματος και του παιχνιδιού. Ο τόπος που συνέδεε τα παιδιά μεταξύ τους, δημιουργούσε μεταξύ τους φιλία. Ο τόπος της συγκρότησης των ομάδων και των αντιπαραθέσεων, του ανταγωνισμού και των παιδικών συγκρούσεων. Ο τόπος της ξενιασιάς και της παιδικής λησμοσύνης.

Στις ρίζες τους εύρισκαν την ανάπαυση και την ησυχία τους οι πιο μεγάλοι. Το δροσερό αεράκι του έδιωχνε τους κόπους που ολοχρονίς κουβαλούσαν. Τους γέμιζε ζωντάνια και δύναμη για καινούργια εξόρμηση στη ζωή. Με το βιβλίο στο χέρι τροφοδοτούσαν την πνευματική τους πλήρωση. Η ποικιλία των δέντρων δημιουργούσε μια σπάνια οπτική αρμονία που με τον καθαρό αέρα γέμιζαν ψυχική ευφροσύνη, σωματική ευρωστία, υγεία και διαυγή σκέψη. Καλλιεργούσαν την αίσθηση της αγάπης προς τη φύση, το ωραίο, το κάλος.

Δυστυχώς και η γωνία αυτή έχασε την ομορφιά της. Δεν έχει επισκέπτες. Ακολούθησε τη ζωή του χωριού, της ερημιάς και της νεκρικής σιγής. Γέμισε ο τόπος από αγκάθια, γιατί τα παιδιά που τα πατούσαν, άλλαξαν σκοπούς, άλλαξαν τόπους και τρόπους. Έτσι μένει και η γωνιά αυτή μόνη και παραπονεμένη για την εγκατάλειψη. Μόνο μένουν οι αναμνήσεις των πιο παλαιών που η παιδική τους ζωή είναι συνδεδεμένη με τον τόπο αυτό.

Την επιθανάτια καταστροφή προξένησε η πύρηνη λαίλαπα που κατέφαγε όλη τη ζωντάνια που επικρατούσε. Εξαφάνισε την πρασινάδα και σκόρπισε την μαυρίλα και τον πόνο.

Η φύση, που είναι άδολη και αγνή, ας εναντιωθεί στην ανθρώπινη κακότητα και ας χαρίσει την ομορφιά και τη ζωντάνια. Ας ξαναδώσει την πρασινάδα και τη δροσιά. Έτσι θα δείξει την ανωτερότητά της από την πεζότητα του ανθρώπου.

 

* Το κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο «Η ιστορία του χωριού Δούκα – Ηλείας» του επίτιμου δικηγόρου Κωνσταντίνου Ιωάννου Γκοτζιά.