Οικόσιτη Στάνη

"Άντε προβατάκια μου, περπατάτε αρνάκια μου, πάμετε σιγά-σιγά και μας πήρε η βραδιά". Με τη συντροφιά του τσοπάνη και των σκύλων του, πιστών του φίλων, γυρίζουν στο σπίτι τους, στη στρούγκα τους.

Στο χωριό μας, όπως και σ’ όλα τα χωριά, δεν υπήρχε σπίτι που να μην είχε πρόβατα ή κατσίκες. Άλλος περισσότερα, άλλος λιγότερα, έτρεφε ορισμένα ζωντανά, που έκαναν τη ζωή του χωρικού πιο υποφερτή. Σ’ όλη τους τη ζωή εργάζονται και προσφέρουν στον άνθρωπο. Στη μικρή τους ηλικία προσφέρουν με τα πηδηματά τους χαρά σε μικρούς και μεγάλους, ζητούν τα χάδια και θέλουν να γίνονται φίλοι και όταν μεγαλώνουν δίνουν στον ιδιοκτήτη τους τα πάντα. Προσφέρουν τη σάρκα τους να ικανοποιήσουν τους πελάτες χωρίς μιλιά ή διαμαρτυρία, παραδίδονται στο μαχαίρι του σκληρού χασάπη, που αφού τα ξεγυμνώσουν, με καμάρι τα εκθέτουν στο τσιγκέλι για κατανάλωση. Και οι μανάδες τους που με τις φωνές και τα βελάσματά τους δείχνουν τον πόνο τους για το χαμό των παιδιών τους, τα θέλουν κοντά τους, να τους προσφέρουν το ζωογόνο γάλα τους, παραδίδονται στη σκληρότητα της μοίρας τους και προχωρούν το δρόμο τους, να προσφέρουν το γάλα τους για τ’ αφεντικά τους και τα παιδιά τους. Ό,τι αγαθό απολαμβάνει ο άνθρωπος στη ζωή του, προέρχεται από αυτά. Το γάλα, το τυρί, το βούτυρο, το μαλλί τους και όταν πια δεν μπορούν να δώσουν τίποτε άλλο, προσφέρουν το ένδυμά τους (το τομάρι τους) για να προστατέψουν τα πόδια μας, αλλά και το κορμί μας ή γίνονται βορά των σκύλων ή των σαρκοφάγων πτερωτών, ξεχασμένα από εκείνους στους οποίους έχουν προσφέρει τα πάντα, που τους δείχνουν τη μεγαλύτερη σκληρότητα, την μεγαλύτερη απονιά. Ο άνθρωπος, παρά την επίφαση της προόδου παραμένει φυλακισμένος μέσα στη βαθύτατα βάρβαρη φύση του. Αν μεταφέρουμε τη σκέψη μας στα ζώα που ζουν κοντά στον άνθρωπο, θα διαπιστώσουμε τη διαφορά που έχει η κοινωνία τους, από την ανθρώπινη κοινωνία. Πήραν όλα τα καλά που έχει ο άνθρωπος και απέφυγαν να τον μιμηθούν στ’ άχρηστα, τα επιβλαβή και τον κακό χαρακτήρα. Ζουν και ταυτίζονται με τη φύση και το μόνο που ζητούν είναι να τ’ αγαπούν και να ’χουν τα προς το ζειν που έχει κάθε ζωντανός οργανισμός.

Πρωί-πρωί αφήνουν τη στέγη τους και προχωρούν προς τον τόπο της βοσκής, με συντροφιά τον τσοπάνο και τους φύλακές τους, τα σκυλιά. Και όταν ο ήλιος πάει στη δύση, επιστρέφουν κι αυτά σαν καλοί νοικοκυραίοι, χωρίς προτροπές και υποδείξεις, στο σπίτι τους.

Τα καλοκαίρια η ζωή τους είναι πιο ευχάριστη. Βγαίνουν για βοσκή με τη δροσούλα τα βράδια, αποφεύγοντας τη ζέστη. Τα κουδούνια που φοράνε και η φλογέρα τους τσοπάνη με τη γλυκιά φωνή της, το θρόισμα των φύλλων, τη μουσική των κουδουνιών και της φλογέρας. Συντροφιά τους κοντά ο τσοπάνης με την αγκλίτσα στο χέρι την κάπα στον ώμο και δίπλα του πιστούς φίλους και φύλακές τους, τα σκυλιά. Όσο σκληρή είναι η ζωή το χειμώνα, τόσο απολαυστική είναι τους άλλους μήνες μέσα στ’ αμόλυντο περιβάλλον και κοντά στις αγνές υπάρξεις που διαφεντεύει. Είναι ένας αστήρευτος θησαυρός. Ευτυχία του σπιτιού και ευλογία. Σκεφτείτε τι μας προσφέρουν και πως πρέπει να τους συμπεριφερόμαστε.

 

* Το κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο «Η ιστορία του χωριού Δούκα – Ηλείας» του επίτιμου δικηγόρου Κωνσταντίνου Ιωάννου Γκοτζιά.