Η ζωή του Χωριού

Η ζωή των χωρικών ήταν απλή. Οι οικοδομές με τον δικό τους τύπο. Άλλες μονόροφες, άλλες διόροφες, ανάλογα με τα οικονομικά του καθενός και την εξυπηρέτηση της οικογένειας. Φτιαγμένες με χοντρούς τοίχους για ν’ αντιμετωπίζεται ο χειμώνας. Οι σκεπές με κεραμίδι, αφού όταν κατασκευάστηκαν δεν χρησιμοποιούνταν τσιμέντο για να έχουν ταράτσες. Η ηλικία τους, εκτός ολίγων, υπερβαίνει τα εκατό (100) έτη. Είχαν το υπόγειο (το κατώϊ) που αποθήκευαν όλη την πραμάτεια τους. Τα κασόνια για το σιτάρι, το καλαμπόκι, τα βαρέλια με το κρασί, το πιθάρι με το λάδι. Τα τρία βασικά στοιχεία που ήταν απαραίτητα για την διαβίωση. Η Αγία Τριάδα, όπως την χαρακτήριζαν. Ο όροφος ήταν για κατοικία της φαμίλιας. Η κουζίνα με το τζάκι, που γινόταν το μαγειριό και το τραπέζι του φαγητού. Απάνω στο τζάκι έκαιγε η λάμπα πετρελαίου. Η τσιμπλολάμπα, όπως είχε βαπτισθεί. Στη γωνιά του τζακιού έκαιγε η φωτιά. Ήταν ο κράχτης, ο μαγνήτης όλης της οικογένειας. Κούρνιαζαν όλοι πολύ νωρίς στο σπίτι σαν τις κότες και μαζεύονταν γύρω από το τζάκι που φεγγοβολούσε και σκόρπιζε ζεστασιά. Ο βοριάς έξω αγριεμένος, ο αέρας τσουχτερός, διαπέρναγε τα γυμνά κλαδιά των δέντρων, τα μαστίγωνε κι εκείνα με υπομονή αντιστέκονταν, απολάμβαναν την ξεκούραση που τους χαρίζει ο χειμώνας.

Το τζάκι σαγηνεύει με τη λάμψη και τη ζεστασιά, όταν τα ξύλα τριζοβολάνε και δίνουν αναλαμπή από τις φλόγες και ροδοκοκκινίζει τα πρόσωπα. Το χιόνι έχει ντύσει τη γη με το αγνό άσπρο χρώμα. Όλοι, παρά το κρύο, χαίρονται. Τα παιδιά ζουν στο περιβάλλον τους. Μικρά και μεγάλα πλάσματα τουρτουρίζουν, προσπαθούν ν’ αντιμετωπίσουν την ύπαρξή τους από το βοριά που τα δέρνει. Δεν κελαϊδούν τα πουλιά, δεν ουρλιάζουν τ’ αγρίμια. Τα ζουζούνια κρύβονται στο χώμα σκεπασμένο από το πέπλο του χιονιού.

Γύρω από το τζάκι γίνεται η ιεροτελεστία του φαγητού, της κουβέντας και των αποφάσεων. Ψήνονταν τα κάστανα, τα καλαμπόκια, αντάλλασαν απόψεις οι μεγάλοι και οι μικροί ακούγανε και λέγανε τις γνώμες τους. Δεν έλλειπαν τα παραμύθια που οι παππούδες και οι γιαγιάδες έλεγαν για τους μικρούς. Πόσες φορές οι καημένοι υπέκυπταν στα παρακάλια να ξαναπούν το ίδιο παραμύθιο που προ ολίγου είχαν τελειώσει ή να πλάσουν με τη φαντασία τους, πράγματα αληθινά συζευγμένα με το ψέμα, ώστε να ικανοποιήσουν την περιέργεια των μικρών, μέχρις ότου να τα οδηγήσουν στον ύπνο αφού τους καληνυχτήσουν και κάνουν την προσευχή τους.

Οι κοπέλες τα βράδυα πλέκανε φανέλλες, κάλτσες, πουλόβερ, κεντούσαν ωραία κεντήματα με στολίδια. Πάντα ακούραστες.
Το πρωΐ, πριν ξημερώσει, έπρεπε να φτιαχτεί το πρωϊνό και ο καθένας να πάει για τη δουλειά του. Στο χωράφι, στ’ αμπέλι, στα πρόβατα και σ’ ότι άλλη δουλειά είχε η οικογένεια. Νύχτα-νύχτα άλλωστε τους ειδοποιούσε ο πετεινός ότι ξημερώνει άλλη μέρα με τις ίδιες ασχολίες μ’ εκείνη που πέρασε.

Τα δωμάτια των σπιτιών λίγα. Επειδή τα μέλη της οικογένειας ήταν αρκετά τον αριθμό, γινόταν η μοιρασιά των δωματίων. Βλέπεις, παλαιότερα ο Θεός ήταν πιο απλοχέρης, έδινε πολλά παιδιά, όπως έλεγαν. Ευλογία Θεού. Τώρα απέστρεψε το πρόσωπό του και χαρίζει λίγα παιδιά. Οι φτωχοί τω πνεύματι γίνονται πολύτεκνοι. Οι έχοντες και κατέχοντες είναι φειδωλοί, δεν τους αρέσουν τα οικογενειακά βάρη.

Κάθε σπίτι, ό,τι ανέχεια κι αν είχε, διέθετε το μικρό σαλονάκι, με ξεχωριστή περιποίηση κι εξοπλισμό. Έστω και με τα στοιχειώδη έπιπλα. Ήταν για τους ξένους, τους μουσαφίριδες. Γιατί η φιλοξενία ήταν σ’ όλα τα σπίτια. Δεν υπήρχε ξένος να μην βρει στέγαση, να μη βρει φαγητό και περιποίηση. Προτιμούσε η οικογένεια να μείνει νηστική, παρά να μείνει πεινασμένος ο ξένος, οιοσδήποτε και αν ήταν. Πολλά σπίτια είχαν και βοηθητικούς χώρους. Τις χαμοκέλες, που στέγαζαν τα ζώα, μικρά και μεγάλα, που δώριζαν αγαθά. Το γάλα, το τυρί, το βούτυρο, το μαλλί, το κρέας, το δέρμα τους, ήταν θησαυρός για το σπίτι. Γι’ αυτό δεν έλλειπαν από κανένα σπίτι. Ήταν η παντοτεινή και χαρισματική συντροφιά. Τ’ άλογα, τα μουλάρια, τα γαϊδούρια έχουν το δικό τους κατάλυμα, τ’ αχούρια και δίπλα τ’ άχυρα, σανό για το χειμώνα. Ήσαν για τις βασικές δουλειές. Δούλευαν τα χωράφια, στη σπορά και το θέρο, τις μεταφορές και τις επικοινωνίες. Όποιος ζήσει κοντά σ’ αυτά τα πλάσματα και σκεφθεί τι προσφέρουν στον άνθρωπο αντί πινακίου τροφής, δεν μπορεί να μην τ’ αγαπήσει, να τους δείξει καλοσύνη, να μην νιώσει τις ανάγκες τους, να μην γίνει πραγματικός τους φίλος.

Τα σπίτια, όπως είπαμε, ήταν απλά αλλά στέρεα. Κατασκευασμένα από πέτρα. Δόξα να’ χει ο Θεός, από πέτρες και βράχια δεν στερείται η πατρίδα μας. Ήταν δημιουργήματα των Λαγκαδινών μαστόρων, που κάθε άνοιξη και καλοκαίρι, ολόκληρες κομπανίες, με απαραίτητη συντροφιά και βοηθούς τα γαϊδουράκια και μουλάρια, έκτιζαν τις οικοδομές.

Η ζωή των χωρικών έχει τις χαρές, αλλά και στερήσεις και προβλήματα δυσεπίλητα. Έχει ησυχία, κοντά στη φύση, στ’ αγνά και καθαρά προϊόντα, λίγη ψυχαγωγία, στις γιορτές και τα πανηγύρια.

Είναι αλήθεια ότι τελευταία η ζωή στα χωριά είναι ανετότερη. Ο ηλεκτροφωτισμός έχει δώσει περισσότερο φως στη ζωή. Η λάμπα του πετρελαίου έχει αντικατασταθεί από το ηλεκτρικό φως. Η ενημέρωση των κατοίκων από την τηλεόραση είναι πλήρης. Το φανάρι των τροφίμων, που κρεμόταν έξω στο δροσερό αέρα, το αντικατέστησε το ψυγείο. Η επικοινωνία με τα τηλέφωνα έχει φέρει τον κόσμο πιο κοντά. Δεν είναι πια απομονωμένος.

Κι όμως, τα περισσότερα χωριά αδειάζουν. Τα σπίτια στέκουν σιωπηλά, έρημα. Δεν βλέπουν στις γειτονιές τη ζωντάνια που υπήρχε παλιά. Δεν ακούγονται φωνές παιδιών. Δεν βλέπεις παιδιά να παίζουν, να κυνηγούνται, να τρέχουν, να τσακώνονται. Να σκορπούν ζωή στον αέρα. Δεν βλέπεις τις γειτόνισσες να κάθονται στις αυλές να κουβεντιάζουν με αγάπη για τα θέματα των σπιτιών τους. Δεν βλέπεις γιαγιάδες να κρατούν τα εγγόνια τους στην αγκαλιά τους, να τα νανουρίζουν. Να γνέθουν με τη ρόκα και το σφονδήλι, να φτιάχνουν νήματα για τον αργαλειό. Οι γειτονιές έχουν ερημώσει. Δεν βλέπεις, όπως πρώτα, την θεία Χριστίνα, την θεία Γιανά να κάθονται στο πεζούλι της αυλής να μπαλώνουν τα ρούχα της φαμίλιας τους. Ούτε γαύγισμα σκύλου δεν ακούγεται.

Κάθε παιδί που μαθαίνει τα πρώτα του γράμματα, εγκαταλείπει τη ζωή του χωριού και προσπαθεί να βρει καταφύγιο στις πόλεις, να προσανατολιστεί σε περιοχές με ανετότερη ζωή. Δεν υπάρχουν και δεν δημιουργούνται θέσεις απασχόλησης, δεν υπάρχει ασφάλεια. Όσοι χωρικοί συγκεντρώνουν με οικονομίες κάποιο κεφάλαιο, το φυγαδεύουν προς τις πόλεις με προοπτική να τους αποδώσει κάποιο όφελος, γιατί τα γεωργικά προϊόντα δεν αποδίδουν, ο μόχθος του παραγωγού που αγωνίζεται να φέρει σε πέρας τους καρπούς του ιδρώτα του, δεν πληρώνεται. Πέφτει στα χέρια εκείνων που εργάζονται λίγο ή και καθόλου και απολαμβάνουν τα πολλά. Τα χωριά μένουν χωρίς φωνή. Τα χωράφια χορταριάζουνε, τ’ αμπέλια ξεραίνονται, τ’ αρχοντικά μετατρέπονται σε ερείπια.

Έτσι η επαρχία, η βρυσομάνα που άρδευε με υγιές ανθρώπινο δυναμικό τη χώρα, χάνει το υλικό της που ρέει για αστικά κέντρα. Η επαρχία και οι βουνίσιες περιοχές πάνε στη δύση τους. Αυτή η πηγή στέρεψε, χαροπαλεύει από αδιαφορία και εγκατάλειψη. Επαληθεύεται εκείνο που ο αείχλωρος Θουκιδίδης έλεγε: "Αεί καθεστώτος τον ήσσο υπό τον δυνατότερο κατάργεσθαι" δηλαδή ανέκαθεν ο ασθενής, η επαρχία, η πάσα γη, από τον δυνατότερο εγκαταλείπεται.

Η ζωή βέβαια δεν είναι αποτέλεσμα τυχαίων περιστατικών, αλλά ένα δημιούργημα από προϋποθέσεις που ανάγονται στο περιβάλλον, τις παραδόσεις που επικρατούν και τις ανάγκες του βίου που υποχρεώνουν τους κατοίκους, να προσαρμόζονται στις συνθήκες κάθε εποχής, ν’ αντλούν απ’ αυτές στοιχεία για το παρόν και το μέλλον.

Ο θεμέλιος λίθος του σπιτιού είναι η γυναίκα. Εκείνη γνωρίζει κάθε ανάγκη του σπιτιού. Εκείνη ρυθμίζει τη λειτουργία του. Αυτή κανονίζει τα οικονομικά. Αυτή επιμελείται τα παιδιά στην ανάπτυξή τους, στην καθαριότητα, τους δίνει τις σωστές κατευθύνσεις. Φροντίζει για το σχολείο τους. Δίνει στα κορίτσια τα εφόδια που θα τις κάνουν ικανές ν’ αντιμετωπίσουν τα προβλήματα που θα τους παρουσιαστούν στην νεανική τους ζωή και όταν θα φτιάσουν δικό τους σπιτικό. Είναι εκείνη που κατευθύνει τα πάντα. Κι όμως, ο ανδρικός δεσποτισμός μείωνε την προσωπικότητά της και την αξία των προσφορών της. Εκείνη στέκει ο ασάλευτος στύλος της οικογένειας. Οι Δουκιώτισες, όπως και οι περισσότερες Ελληνίδες, έχουν αρετές. Πιστές στο χρέος. Όρθιες πάνω στην τιμή, άγρυπνες πλάι στον άνδρα τους, ύφαιναν το πέπλο της σωφροσύνης, που σέβεται τον εαυτό της και την οικογενειακή της υπόσταση.

Όταν η γυναίκα είναι σταθερή κι ασάλευτη στο σπίτι της, αυτό δεν διαλύεται. Μένει η δέστρα στον κάβο. Ο ναυαγισμένος τυχόν σύζυγος, ο παραστρατημένος γιος, η κόρη που έχασε τον προσανατολισμό της θα γυρίσουν και θα βρουν στήριγμα να δέσουν την τσακισμένη βάρκα τους στο οικογενειακό λιμάνι.

Αυτή στηρίζει το γέροντα πατέρα και τη γερόντισα μάνα που το σκευρωμένο από τα χρόνια κορμί τους, χρειάζεται βοήθεια. Αυτή απλώνει βάλσαμο στις ταραγμένες ψυχές.

Οι άνδρες, πέρνουν παράσημα στον πόλεμο κι έπαινο για τις καθημερινές απασχολήσεις, σαν αγρότες στα χωράφια, στ’ αμπέλια, στα δένδρα, τα φυτά και τα ζώα τους. Οι γυναίκες παίρνουν το δίπλωμα της αξίας και της τιμής από την αρετή τους, από την κατανόηση της μεγάλης αποστολής της.

Υπήρχε όμως κι ένα καταστρεπτικό ελάττωμα που βάρυνε το Δουκιώτικο σπίτι. Εκτός από τον περιορισμό του κοριτσιού για μόρφωση, που ευτυχώς εξέλειπε, επικρατούσε μια εγωιστική νοοτροπία στο Δουκιώτικο σπίτι, γύρω από το γάμο. Η Δουκιώτισα δεν παντρευόταν μ’ ευκολία και στην ηλικία που βοηθούσε δημιουργία της οικογένειας. Περνούσαν τα χρόνια κι ήταν αδύνατο να δημιουργήσουν ολοκληρωμένη οικογένεια. Αποτέλεσμα πολλά σπίτια με βάσιμη οικονομική στήριξη, να κλείνουν, με την πάροδο του χρόνου, γιατί έλειπαν οι κληρονόμοι, οι διάδοχοι, οι συνεχιστές της ζωής. Η σειρά του γάμου ήταν κανόνας. Έπρεπε να παντρευτεί η μεγαλύτερη και στη συνέχεια να έλθει η σειρά της άλλης ή του άλλου. Αρχίζει κι αυτή η τακτική να χάνει τη βαρύτητά της.

Η φωτιά στο τζάκι συνεχίζει να καίει μέχρι να απλωθεί η ειρήνη του ύπνου και της σιωπής.

 

* Το κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο «Η ιστορία του χωριού Δούκα – Ηλείας» του επίτιμου δικηγόρου Κωνσταντίνου Ιωάννου Γκοτζιά.