Η εγκατάσταση των Τουρκαλβανών στο Λάλα

Οι Λαλαίοι ήσαν μουσουλμάνοι αλβανικής καταγωγής. Πότε εγκατασταθήκανε στο Λάλα δεν είναι ξεκαθαρισμένο. Άλλοι τους θεωρούν εξισλαμισθέντες λάκωνες (όπως ο Τάκης Κανδηλώρος και ο Μ. Σακελαρίου γι’ αυτό τους αποκαλούσαν Τουρκαλβανούς). Ο Σπυρίδων Τρικούπης θεωρεί ότι το Λάλα κατοικήθηκε από Αλβανούς των Βυζαντινών χρόνων καθώς και τα Μπαρδουνοχώρια (στη Λακωνία). Ο Κ. Ηλιόπουλος γράφει ότι μετά την Άλωση, στίφη Αλβανών εγκαταστάθηκαν στο Λάλα και στην περιοχή. Ο Γ. Χρυσανθακόπουλος αναφέρει ότι οικιστές ήταν ο Ισμαήλ Αγάς με ομάδα Αλβανών που είχαν καταλάβει την Μεθώνη ή Κορώνη το 1438. Ο Αμβρόσιος Φρατζής αναφέρει ότι η πόλις του Λάλα υπήρξε κατά το 1714 και επληθύνθει μετά τα Ορλωφικά.

Ο Φιλήμων δέχεται ότι οι συνοικισθέντες ονομάσθηκαν Λαλαίοι και ο τόπος Λάλα από τον αρχηγό τους ονομαζόμενο Λέλε και η ονομασία είναι αλβανικής προέλευσης και σημαίνει "μεγαλύτερος αδελφός”. Τα πέριξ χωριά είχαν αλβανικές ονομασίες, όπως τούτο αναφέρεται και σε κείμενο της Καποδιστριακής περιόδου, ότι "στα χωριά της Κάπελης εις τα υπώρειας του Ωλονού μέχρι το Λάλα, ωμίλουν Ελληνικά και Αλβανικά, ενώ οι λοιποί κάτοικοι ωμίλουν Ελληνικά". Τα χωριά Καλολετσή, Μπάστα ομιλούν αλβανικά. Επίσης, ορισμένα χωριά όπως το Φλόκα, Μιράκα, Στραβοκέφαλο και Λούβρο. Έλληνες είχαν εξισλαμισθεί και τους έλεγαν μουρτάτες.

Ο πληθυσμός του Λάλα κατ’ άλλους ήταν 7.000 κατά τις παραμονές του αγώνα, κατά δε τον Α. Φρατζή, περίπου 1.000 οικίες.

Στο Λάλα, λίγοι Έλληνες κατοικούσαν. Απ’ αυτούς άλλοι ήσαν βοσκοί στα αιγοπρόβατα των αγάδων, άλλοι σε υπηρεσίες όπως αλλού αναφέρεται. Μεταξύ αυτών που διέμεναν κατά καιρούς στο Λάλα ήταν, εκτός από το γιατρό Αυγερινό, και ο Λάκων χειρούργος γιατρός, Φιλικός, ο Παναγιώτης Γιατράκος.

Κατά το 1780 έγινε εκκαθάριση των Αλβανών από την Πελοπόννησο από τα τουρκικά στρατεύματα, οπότε πολλοί από τους Αλβανούς κατέφυγαν στους ομοεθνείς τους Λαλαίους.

Ο δημογράφος Γ. Κορομηλάς αναφέρει ότι ο Αζίζ αγάς, Σερβανής Τουρκαλβανός βέης, με εκατοντάδα Αλβανών ατάκτων, κατήλθον στην Πελοπόννησο μετά την επανάσταση του 1770, κι επί μακρά έτη ελεηλάτει την Ηλεία και Ολυμπίαν, έχοντας κρυσφύγετο οχυρό πύργο στη θέση Αετός, που είναι το Πουλί, πάνω από το χωριό Στραβοκέφαλο, στον πρώην αμαξητό δρόμο Πύργου - Ορεινής Ηλείας. Μια περιοχή με ιδιαίτερη ομορφιά. Ούτως συνδέθηκε με τους Λαλαίους, ασχολείτο με τη ληστεία. Καταδιώχθηκε και εφονεύθη κατά την πολιορκία του Αετού.

Οι Λαλαίοι ασχολούντο με τη ληστεία και την αρπαγή των περιουσιών των χριστιανών, ιδιαίτερα μετά τα Ορλωφικά.

Περί το τέλος του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα η οικονομική ισχύς των Λαλαίων με τις ληστείες μεγάλωσε, όπως και η στρατιωτική τους ισχύ, μετά και την πτώση των Χοτομαναίων που κυριαρχούσαν στη Γαστούνη και έτσι οι αλβανοί εισεχόρησαν στην Οθωμανική εξουσία. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε λίγο στρατό στην Πελοπόννησο. Περί τους 2.500 στρατιώτες, από τους οποίους 500 ήσαν στην Τρίπολη. Γι’ αυτό είχε ανάγκη της στρατιωτικής βοήθειας των Λαλαίων και παραβλέπανε τις βιοπραγίες των Τουρκαλβανών. Η περιουσιακή αύξηση των Λαλαίων αύξησε και την ανάληψη των εξουσιών στη Γαστούνη, τον Πύργο, τα Καλάβρυτα. Έτσι αύξησαν και τη δύναμή τους. Με το εμπόριο δεν ανατεύονταν, αντιθέτως το εμπόριο ήταν στα χέρια των Ελλήνων.

Στηριζόμενοι στη δύναμή τους και μάλιστα κατά την εποχή του Αλή Φαρμάκη, αρνήθηκαν να καταβάλουν τον επιβαλλόμενο φόρο στην Πόλη. Αυτό έκαμε το Σουλτάνο να υποπτεύεται ότι οι Λαλαίοι με τους άλλους ομοεθνείς του, θα προέβαιναν σε πράξεις ανεξαρτησίας κι επεδίωξε την εξόντωσή τους ή την υποταγή τους. Κατά τον Παν. Παπατσώνη, ο Σουλτάνος υπέβλεπε τους δυνατούς και ήθελε να τους βγάλει από την αράδα.

Στην Πηνεία, ολόκληρα χωριά είχαν μεταβληθεί σε τσιφλίκια των Λαλαίων. Η Δίβρη, η οποία υπαγόταν στο βιλαέτιο της Γαστούνης και αποτελούσε ιδιοκτησία του Χαλίλ μπέη της Γαστούνης, μετά το θάνατό του, ολόκληρη η περιοχή περιήλθε στο Σουλτάνο. Οι Διβραίοι πλήρωναν ατομικό φόρο περί τις 100 πιάστρες το χρόνο. Αυτό αποδεικνύει ότι δεν είναι αληθινό ότι η Δίβρη ουδέποτε υποτάχτηκε στους κατακτητές.

Ακόμα και στην Αχαΐα, στην επαρχία Καρυταίνης και του Φαναριού, οι Λαλαίοι προσπαθούσαν να επεκτείνουν την επιρροή τους, εκμεταλλευόμενοι και τις αντιπάθειες που είχαν οι Έλληνες προεστοί μεταξύ τους.

Ο Σπυρ. Τρικούπης αναφέρει ότι οι ανδρείοι και εμπειροπόλεμοι Λαλαίοι ζούσαν καταρχάς ως ληστές ή ως υπομίσθιοι των Χοτομαναίων της Γαστούνης. Πολλές φορές βλέπουμε συνεργασία Ελλήνων και Αλβανών σε ορισμένες περιπτώσεις. Ο Θ. Κολοκοτρώνης είναι γνωστό ότι είχε σχέσεις με τους Λαλαίους άλλοι από αυτούς ήταν φίλοι του και άλλοι εχθροί του.

Οι Λαλαίοι με τη δύναμη που διέθεταν ήταν ένας φοβερός υπολογίσιμος αντίπαλος για κάθε εξέγερση. Μετά την έκρηξη της Επανάστασης έβαλαν υπό την προστασία τους όλους τους ομοεθνείς τους.

Το ηθικό όμως που έδειξαν οι επαναστατήσαντες και η βοήθεια που ήρθε από τη Ζάκυνθο και την Κεφαλλονιά, όπως αλλού εκτείθεται, κατόρθωσαν ν’ απαλλαγεί ο τόπος μας από τους ληστοσυμορίτες και τρομοκράτες Τουρκαλβανούς Λαλαίους.

Δεν αποκλείεται η ανταρσία που είχαν δείξει κατά του Σουλτάνου, όπως παραπάνω αναφέρεται, να ήταν και η αιτία να μην επιμείνει ο Γιουσούφ πασάς Πατρών, στην παράταση κι επιμονή του πολέμου κατά των χριστιανών και έδωσε εντολή της αναχώρησής τους για την Πάτρα, την προώθησή τους στον Πλαταμώνα Μακεδονίας και από εκεί διετάχθη η μετεγκατάστασή τους στη Βάρνα Βουλγαρίας κατά τον Ιωάννη Βασδραβέλη.

Οι τρομοκράτες και οι παλικαρισμοί τους κατά των ραγιάδων ανταποδόθηκαν με την εξαφάνισή τους.

 

* Το κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο «Η ιστορία του χωριού Δούκα – Ηλείας» του επίτιμου δικηγόρου Κωνσταντίνου Ιωάννου Γκοτζιά.