Η Διαμόρφωση του Χωριού

Το πρώτο κτίριο που συναντάς μπαίνοντας στο χωριό, είναι η εκκλησία με το νεκροταφείο. Προχωρώντας στον κεντρικό δρόμο βρίσκεις αριστερά τα σπίτια του Γιώργη Αγγελόπουλου (του Μποχαΐτη) που χάθηκε πρόσφατα και δεξιά το καινούργιο σπίτι του Δημήτρη Ανδρ. Χατζόπουλου που αγωνίστηκε στη Γερμανία επί χρόνια και δυστυχώς ήλθε να αναπαυθεί τον αιώνιο ύπνο στον τόπο που τον γέννησε και τον αγάπησε. Ακολουθεί το σπίτι του Δημοσθένη Παπακωνσταντίνου, του Σέρρου, που τώρα κατοικείται από τον γιο του Μιλτιάδη (Μέλτη) και στο βάθος το σπίτι του Νίκου Τασουλόπουλου. Στη συνέχεια ήταν τα μεγάλα καταστήματα, δεξιά του Κων/νου Παπαγεωργίου που τώρα κείται σε ερείπια και αριστερά του Γιάννη Παναγούλη (του Καψαμπέλη).

Πιο κάτω αριστερά ήταν το τσαγκαράδικο και απάνω το σπίτι του Παναγιώτη Χατζόπουλου, που μαζί με τα παιδιά του, Νίκο και Φώτη, που έπεσαν από τα Γερμανικά πυρά στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Έφτιαχναν χειροποίητα παπούτσια, που όποιος τα αγόραζε τα είχε σ’ όλη του τη ζωή. Δίπλα το σπίτι του Γιώργη Βακαλόπουλου. Στη συνέχεια και αριστερά ήταν το σπίτι του γιατρού Μεγακλή Νικολετόπουλου, αρχοντικό σπίτι. Εκεί μέσα έζησαν δύο προσωπικότητες, που αγάπησαν το χωριό και του έδωσαν ολόκληρη τη ζωή τους. Ο Νικόλαος Νικολόπουλος, καθηγητής Θεολογίας στα σχολεία του χωριού και ο Αλέκος Καραμέρος, επιχειρηματίας ξενοδοχείου. Απέναντι ήταν το σπίτι της Γαρυφαλιάς και μετέπειτα του Παναγιώτη Τριαντόπουλου. Ακολουθούσαν τα σπίτια των Δημακοπουλαίων, του Χρήστου Κανελλόπουλου (του Τσουτσουμάνη) του αεικίνητου ανθρώπου που επί πολλά χρόνια ήταν πρόεδρος της Κοινότητας. Πάντα βρισκόταν με τη σφραγίδα το χέρι να εξυπηρετήσει όποιον είχε ανάγκη. Απέναντι ήταν το σπίτι του πατέρα μου, Γιάννη Γκοτζιά.

Πιο κάτω αριστερά το σπίτι και το φαρμακείο του γιατρού, Γιώργη Κανελλόπουλου που εξυπηρετούσε με καλοσύνη και επιστημονικότητα όλα τα γύρω χωριά που ζητούσαν τη βοήθειά του και απέναντι δεξιά του Γιάννη Παπακωνσταντίνου, του μόνου μορφωμένου ιερέα της περιοχής που πλέον τα πενήντα χρόνια ιερουργούσε στην εκκλησία του χωριού μας. Ήταν ο πνευματικός πατέρας της περιοχής. Δίπλα, το σπίτι του Παρασκευά Μιχαλόπουλου. Ήταν το εργαστήριο για τα κουστούμια όλων των υποζυγίων. Ο γερο-Παρασκευάς και ο γιος του Λουκάς εργαζόντουσαν όλη την ημέρα για να ετοιμάσουν τα σαμάρια, όμορφα και περιποιημένα, να κάνουν όσο μπορούσαν πιο άνετες τις πλάτες των φίλων, των μέντηδων και όλων των άλλων υποζυγίων, τα οποία, ήσαν οι μεγαλύτεροι βοηθοί των χωρικών στις βαρειές δουλειές τους.

Απέναντι ήταν το τσαγκαράδικο του Αλέξη Ασημακόπουλου, που έφτιαχνε γερά παπούτσια. Η γυναίκα του Αντώνα, χρυσός άνθρωπος, του κατέβαζε το φρέσκο καφεδάκι. Στη συνέχεια το σπίτι του Αναστάση Χαριτόπουλου που είχε μεγάλες αγροτικές εκτάσεις στις περιοχές Κυδωνιά-Κλαδέου και Καυκανιάς καθώς και στο Δούκα. Κάτω από το σπίτι του το μαγαζί. Δίπλα, το σπίτι του Αλέξη Λαμπρόπουλου και στο ισόγειο, το μαγαζί, που δεν κράτησε πολύ καιρό ανοικτό. Ήταν ο ταχυδρόμος που μετέφερε το ταχυδρομείο από το χωριό Πλάτανο στο Δούκα και από εκεί μεταφερόταν από τους διανομείς στις Κοινότητες. Απέναντι ήταν το ταχυδρομικό γραφείο στο οποίο υπηρέτησαν σαν προϊστάμενος ο Πάνος Διαμαντάκος, γαμπρός των Παπαγεωργίου και διανομέας ο Μανώλης Πίκουλας, που επί πολλά χρόνια, με αγάπη και καλοσύνη εξυπηρετούσε την περιοχή. Στο πίσω μέρος του ταχυδρομείου ήταν το σπίτι του μπάρμπα Ανδρέα του Ζαφειρόπουλου, πατέρα του στρατηγού και μετέπειτα υπουργού Γεωργίου Ζαφειρόπουλου. Στο ισόγειο είχε το συμβολαιογραφείο κι απάνω έμενε ο δάσκαλος Νικόλαος Κότσιρας, πατέρας του Σπύρου Κότσιρα, διευθυντή της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας. Δίπλα, μεσοχώρι, ήταν το σπίτι του Ανδρέα Τσέκουρα, ανθρώπου με μεγάλη καλωσύνη και λεβεντιά, πάντα με χαμόγελο. Όταν έρχοταν το Πάσχα, έλεγε στα παιδιά "τι καθόσαστε ρε, να φτιάσετε κροτίδες (ρουκέτες τις λέγαμε) και βαρελότα. Αν δεν μυρίσει μπαρούτι, Πάσχα δεν έρχεται". Λίγο πιο μπροστά, απάνω στο δρόμο ήταν τα ερείπια του σπιτιού του αγωνιστή στον εθνικό αγώνα της Ανεξαρτησίας Γιάννη Ευθυμίου, αναμορφωτή του εξωκκλησιού του Αγίου Γεωργίου στην Κάπελη. Πρόγονος δύο φλογερών Δουκαίων, του Παναγιώτη Ευθυμίου, πατέρα του Κων. Ευθυμίου, κυτταρολόγου γιατρού και ιατροδικαστή και του Αθανασίου Ευθυμίου, ενός δημιουργικού και πρωτοπόρου ανθρώπου, ευεργέτη του χωριού μας. Η ίδια οικογένεια προσέφερε στον απελευθερωτικό αγώνα όχι μόνο αίμα, αλλά και την μπαρούτη που έβγαζε με τον μπαρουτόμυλο που είχε στην Αύρα, ερείπια του οποίου υπάρχουν μέχρι των ημερών μας.

Απέναντι το σπίτι του Δημήτρη (Μήτσου) Καπογιάννη, μεγάλου φίλου και δουλευτή των αμπελιών. Στο μικρό δρόμο- το σοκάκι - ήταν το σπίτι του Θεμιστοκλή Παρασκευόπουλου (του Καλανιώτη) άξιου και τίμιου τεχνίτη γύρω στις οικοδομές και τα υδραυλικά. Συνέχεια το σπίτι του Κων/νου Σπυρόπουλου, (του Ντάνου), δικαστικού κλητήρα, πατέρα του Νίκου Σπυρόπουλου, επί πολλά χρόνια πρόεδρου της Κοινότητάς μας. Τελευταίο ήταν το σπίτι του Δημήτρη Τζίμη, ανθρώπου πολυγνώστη, που κάθε μεσημέρι στο καφενείο του χωριού με την εφημερίδα στο χέρι, μετέφερε τα νέα στους συμπατριώτες. Ο γιος του Κων/νος Τζίμης ήταν κι αυτός δικαστικός κλητήρας κι ο εγγονός του Δημήτριος, ψάλτης για χρόνια στην εκκλησία μας.

Επανερχόμενοι στον κεντρικό δρόμο, βρίσκεται το σπίτι του Γιώργη του Ασημακόπουλου (του Τζώρτζη), πατέρα του Θανασούλη και του Γιώργη Ασημακόπουλου (του Τζωρτζάκου) παππού του Αθανασίου Ασημακόπουλου, δικηγόρου Αθηνών. Ακριβώς δίπλα το σπίτι του γιατρού Επαμεινώντα Χατζόπουλου με την αξιόλογη γυναίκα του Ρετζίνα, που σκόρπαγε με τις μουσικές νότες του πιάνου ευχαρίστηση και μελωδία γύρω της. Τώρα το σπίτι αυτό ανήκει στον Χαράλαμπο Χρυσανθακόπουλο, επί χρόνια διαχειριστή του μονοπωλείου. Έφυγε και αυτός πρόωρα.

Ακριβώς απέναντι ήταν μια οικοδομή των Παπαμιχαλαίων που στέγασε κατ’ αρχήν το καφενείο του μακαρίτη Μιχάλη Παπαμιχαλόπουλου (του Μίχου), στη συνέχεια το καφενείο του Δημοσθένη Παπακωνσταντίνου. Ο μπαρμπα Δήμος. Είχε ένα πουλάκι που διασκέδαζε τον κόσμο με τις συνήθειές του. Η κίσα, την είχε πιάσει από μικρή, είχε συνηθίσει και δεν έφευγε ούτε όταν μεγάλωσε. Όταν άφηνε λεφτά ο πελάτης πάνω στο τραπέζι, η κίσα τα έπαιρνε και τα έκρυβε μέσα στο μαγαζί. Με πονηράδα και προφυλάξεις να μην τη δει κανείς. Ένα πουλί έξυπνο και διασκεδαστικό. Το μαγαζί αυτό στέγασε ένα διάστημα το φαναρτζίδικο του Ανδρέα Τσέκουρα. Ο χρόνος διέλυσε και το κτίριο αυτό, το μετέτρεψε σε ερείπιο. Κατεδαφίστηκε. Η οικογένεια Παπαμιχαλόπουλου το δώρησε στην εκκλησία του χωριού.

Προχωρώντας, φτάνουμε στην πλατεία του χωριού. Γύρω από αυτήν ήταν τα σπίτια των Βαρουξαίων. Σε ένα από αυτά ήταν το μαγαζί του Παναγιώτη Τριαντόπουλου, μπακάλικο και καφενείο.

Στην απέναντι πλευρά της πλατείας ήταν το καφενείο που δούλευε αρκετά χρόνια ο Μήτσος Παπαδόπουλος (ο Κούνος) με τη γυναίκα του την Ντίνα. Έκλεισε και αυτό. Στην ίδια πλευρά παλαιότερα είχε εργαστήριο κατασκευής και επισκευής γεωργικών εργαλείων ο Θεόδωρος Νικολόπουλος (ο Ντελεφουσέκας). Δίπλα, το σπίτι του Νιόνιου Σπηλιόπολου και από κάτω το μπακάλικο και το καφενείο. Εκεί γινόταν και το εμπόριο σπαρτών από τον γιο του Σπύρο, που εγκαταστάθηκε στην Αθήνα όπου δημιούργησε μεγάλο εμπορικό κατάστημα και άριστη οικογένεια. Επέστρεψε δυστυχώς στο χωριό για να πάρει μια θέση στο νεκροταφείο.

Δίπλα ήταν το σπίτι άλλου Βαρουξή (του Μέλπασα). Ήταν από τους πιο σημαίνοντες κατοίκους της περιοχής. Είχε άμαξα με άλογα και σταύλο. Αρχοντικό σπίτι. Εγκαταλήφθηκε και αυτό και έμεινε ακατοίκητο. Στο ισόγειο, προς την πλευρά της πλατείας, είχε το εργαστήριό του ο σαγματοποιός Θεόδωρος Χατζόπουλος (ο Τριγώνης). Και το κτίριο αυτό δεν υπάρχει πιά. Εκεί που τώρα είναι το μνημείο των πεσόντων στους πολέμους ήταν το σπίτι της οικογένειας Ψαρρού που εγκαταστάθηκε στον Πύργο και στη συνέχεια σπίτι του Σταμάτη Γκοτζιά.

Δίπλα το οίκημα του Δημοτικού Σχολείου. Κλειστό και αυτό. Δεν ακούγονται φωνές παιδιών. Το κτίριο έχει μετατραπεί σε καφενείο. Τμήμα του μέχρι πρόσφατα αποτελούσε Κοινοτικό Κατάστημα. Στην πλατεία ήταν το σπίτι του Χρήστου Δημητρακόπουλου (του Τσουρουφλή) πατέρα του Σπύρου Δημητρακόπουλου, ενός θερμού πατριώτη που έχει προσφέρει αγάπη κι εργασία στο χωριό μας. Δίπλα ήταν το σπίτι του Ευσταθόπουλου (της Σταθάκαινας) όπως την λέγαμε. Μετά το θάνατο του γαμπρού της Νίκου Διονυσόπουλου (του Χάρου) που είχε παντρευτεί την Αγγέλω, έρημο κι αυτό. Απέναντι, το σπίτι των Χρυσανθακόπουλου Κων/νου, αξιόλογου νομικού στην Αθήνα και διευθυντή των μονοπωλείων του Κράτους και του Γεωργίου (Γιωργούλη), διαχειριστή του μονοπωλείου Δούκα και συγγραφέα του βιβλίου "Η Ηλεία επί Τουρκοκρατίας", ακόμα στέκει στα πόδια του, αλλά βουβό και έρημο.

Δίπλα του ήταν το σπίτι του Νικολάου Καραβέλα, οικονομικού παράγοντα της περιοχής, με συνεχιστή τον γαμπρό του Σταμάτη Δούζα. Κι αυτών οι απόγονοι έχουν εγκατασταθεί στην Αθήνα.

Συνέχεια, το σπίτι του Κων/νου Βακαλόπουλου, πατέρα του δημοσιογράφου και συγγραφέα Αθανασίου Βακαλόπουλου και του αδελφού του Χρήστου, αξιόλογου νομικού που έφυγε πρόωρα. Τώρα στο σπίτι μένει ο Κων/νος Παναγιωτόπουλος με την οικογένειά του. Ακριβώς δίπλα το σπίτι του Γεωργίου Βακαλόπουλου που τα παιδιά του σταδιοδρόμησαν στα Λεχαινά και την Πάτρα. Το έχει τώρα ο Γιάννης Παπαγεωργίου που έχει και το μόνο μαγαζί στο χωριό. Άνθρωπος που διακρίνεται για την εργατικότητα, τιμιότητα και άριστος οικογενειάρχης. Πατέρας του γιατρού Σπύρου που έχει εγκατασταθεί στον Πύργο και διακρίνεται για την αγάπη του στο χωριό.

Απέναντι ήταν η αποθήκη του μονοπωλείου. Κάθε μέρα γέμιζε ο δρόμος από μουλάρια να πάρουν αλάτι και πετρέλαιο. Ακριβώς δίπλα ήταν το σπίτι της Νικολέτας Πολιτάκη που τώρα ανήκει στο Γιάννη Ασημακόπουλο. Στο ισόγειο είχε μαγαζί που το δούλευε στα νεανικά του χρόνια ο Ανδρέας Χατζόπουλος.

Στη συνέχεια ήταν τα σπίτια των Ροδόπουλων. Πρώτο του Λεωνίδα Ροδόπουλου (του Μπουλέζου), επί χρόνια ψάλτη στον Άγιο Νικόλαο. Στη συνέχεια, του Κων/νου Ροδόπουλου που είχε ολόκληρο τσιφλίκι στην περιοχή Κλαδέου. Τα παιδιά του, Γεώργιος, Ειρηνοδίκης επί πολλά χρόνια και ο Πανάγος, πρόεδρος Εφετών. Απόγονός του είναι ο Κων/νος Ροδόπουλος, αξιόλογος δικηγόρος Αθηνών. Ακολουθούσε άλλη οικογένεια Ροδοπούλου που είχε εγκατασταθεί στην Πάτρα και μόνο τα ερείπια του σπιτιού υπάρχουν.

Στη συνέχεια ήταν η γειτονιά των Βαρουξαίων. Το σπίτι του Λεωνίδα, που επί μια εκατονταετία λειτουργεί το δημιούργημά του, η εφημερίδα "Πατρίς του Πύργου” και του αδελφού του Κων/νου που κι αυτός ασχολήθηκε με την δημοσιογραφία.

Απέναντι ήταν το σπίτι του Ανάστου Βαρουξή. Οι γιοι του διέπρεψαν στην Αθήνα. Ο Αριστείδης επί χρόνια διεύθυνε το ξακουστό εστιατόριο "ΗΒΗ" στην Ομόνοια και ο Γεώργιος που είχε επιχείρηση στην πλατεία Αμερικής. Χρόνια διετέλεσε πρόεδρος του Συλλόγου μας. Το σπίτι αυτό ανήκει τώρα στα παιδιά του Μίχου Παπαμιχαλόπουλου. Δίπλα από αυτό ήταν το σπίτι του Θόδωρου Βαρουξή που είχε κτήματα στην περιοχή Κλαδέου.

Δεξιά του κεντρικού δρόμου ήταν το σπίτι του Βασίλη Χρυσανθακόπουλου. Κάτω ήταν το μαγαζί και επάνω η κατοικία. Το σπίτι τώρα ανήκει στο Χαράλαμπο Παπαμιχαλόπουλο. Πιο πέρα το σπίτι του Κων/νου Λαμπρόπουλου (του Κωνσταντέλου) που είχε και αυτός κτήματα στην περιοχή Κλαδέου. Το παλιό σπίτι έχει ερηπωθεί και απάνω σ’ αυτό κατασκεύασε καινούργιο ο απόγονός του Δημήτριος Πατέλης, Ταξίαρχος της Πολεμικής Αεροπορίας. Απέναντι ήταν το σπίτι του Μιχάλη Παπαμιχαλόπουλου και δίπλα του Χρυσανθάκη Χρυσανθακόπουλου. Απόγονοί του βρίσκονται στην Καλαμάτα. Δεξιά ήταν τα Φραγκουλέϊκα. Η οικογένεια του Κων/νου Φραγκούλη, από τις παλιές οικογένειες του χωριού. Προέρχονταν από τη Ζάκυνθο. Άνθρωποι οπλισμένοι με μόρφωση και παιδεία. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Αναγνώστης Φραγκούλης, που για τη μόρφωσή του έφερε τον τίτλο του Λογίου και προσέφερε πολλά στον τόπο. Γιος του ήταν ο Γιάννης Φραγκούλης αληθινός διάκονος της παιδείας. Στην ίδια γειτονιά ήταν το σπίτι του Γιάννη Τσαπάρα που ασχολείτο με την κατασκευή των παπουτσιών. Οι απόγονοί του έχουν κτίσει σπίτι απέναντι.

Μετά ήταν το σπίτι του Γιάννη Καραμπέτσου (του Κρικώνη), δασκάλου επί πολλά χρόνια στο σχολείο της Αχλαδινής. Ήταν κι αυτός ακάματος εργάτης της παιδείας. Τα παιδιά του ο Παναγιώτης ήταν γραμματέας του χωριού και ο Κώστας τμηματάρχης Εφοριακός. Πιο κάτω ήταν το σπίτι του Νικολάου Κωνσταντινόπουλου (του Τούμπα). Λεβέντης και καλοκάγαθος άνθρωπος. Μυλωνάς επί χρόνια. Δεξιότερα ήταν το σπίτι του Γιώργη Χαρμπίλα. Άνθρωπος με πλούσιο περιεχόμενο. Αστήρευτη πηγή ιστοριών. Οι κόρες του δουλευταρούδες άφησαν αυτόν τον κόσμο. Στη θέση του σπιτιού του έχει κτίσει σπίτι ο Νίκος Αντωνόπουλος. Έφυγε και αυτός.

Αριστερά, όπως προχωρούμε, ήταν το σπίτι του Αριστείδη Χατζόπουλου (του Κουράγιου). Ασχολήθηκε με τη νομική πλευρά της ζωής. Εξυπνότατος άνθρωπος, δραστήριος, δημιουργικότατος. Ασκούσε δικολαβία και κατόρθωνε να λύνει νομικά θέματα που άξιζαν επαίνους. Ήταν ο νομικός σύμβουλος όλης της περιοχής. Το σπίτι του πηγή επιστημόνων. Τα παιδιά του άξια του πατέρα τους. Ο Διονύσιος έγινε διευθυντής του Υπουργείου Εσωτερικών. Πατέρας του γνωστού Εισαγγελέα Εφετών Μάριου Χατζόπουλου. Ο Γιάννης, διευθυντής της Ακαδημίας της Αλεξανδρούπολης. Βαθυστόχαστος εκπαιδευτικός. Ο Νικόλαος, γιατρός με σπουδές στο εξωτερικό. Ο Επαμεινώντας, γιατρός και αυτός στο χωριό. Ο Αντώνης, μαθηματικός, δυνατό μυαλό και ο Ανδρέας που ασχολήθηκε με το εμπόριο, ακολούθησε το επάγγελμα του πατέρα του. Πασίγνωστος όχι μόνο στην Ορεινή Ηλεία, αλλά και στην περιοχή του Πύργου. Με νομικές γνώσεις και δραστηριότητες που τις ζήλευαν και οι πραγματικοί νομικοί. Παντού και πάντα μπροστά. Σε κανέναν δεν έλεγε όχι. Έφυγαν όλοι. Ο Ανδρέας άφησε την άξια θυγατέρα του, την Ιωάννα Χατζοπούλου, Διευθύντρια του Υπουργείου Εμπορίου. Ακριβώς δίπλα ήταν το σπίτι της οικογένειας Οδυσσέα Δημητρακόπουλου. Ο Αντώνιος Δημητρακόπουλος, επιχειρηματίας στην Αθήνα, θείος του Δημητρίου Παπαδημητρίου, γνωστού δικηγόρου της Αθήνας και παλαιότερα διοικητή του Αγίου Όρους και του Οδυσσέα, διευθυντή της Αγροτικής Τράπεζας. Μόνον τα ερείπια υπενθυμίζουν τη θέση του.

Δίπλα ήταν το σπίτι του Θεόδωρου Χατζόπουλου (του Τριγώνη) και κολλητά το σπίτι του Κώστα Χατζόπουλου (του Λιάρη). Χρόνια εργάστηκε στο Τ.Τ.Τ. Τα παιδιά του εγκαταστάθηκαν στο Μοσχάτο. Ο Δημήτρης (ο Μίμης), αξιόλογος άνθρωπος και θερμός πατριώτης. Αναπαύεται στα χώματα του χωριού μας που τόσο αγάπησε, κοντά στον Άγιο Νικόλαο στον οποίο πολλά προσέφερε.

Προχωρώντας, φθάνουμε στην Κάτω Ρούγα. Δεξιά είναι το σπίτι του Κώστα Χατζόπουλου. Ανθρώπου με θυμοσοφία και χάρη. Πολλά είναι τα ρητά που έλεγε όταν έβγαινε στο καφενείο. Για τους εγωιστές: "Ψηλά τη στήνεις τη φωλιά και θα σου γύρει ο κλώνος και θα σου φύγει το πουλί και θα σου μένει ο πόνος". Για τους σογάμβρους: "Δούκα στον κόσμο ξακουστό, έδιωξες τους λεβέντες σου και μάζεψες σκουπίδια". "Ό,τι κι αν κάνεις άνθρωπε, ό,τι κι αν αποκτήσεις, σε αχάριστους θα δοθούν όταν τα μάτια κλείσεις". "Ό,τι κι αν ξέρεις είναι καλό ας είναι και κακό". Κάποτε ο μακαρίτης ο Τριγώνης, σε δύσκολες στιγμές, έπεσε σ’ ένα σφάλμα, σε βάρος του Σταμάτη Δούζα, οπότε ο μπάρμπα Κώστάς έκανε τη δήλωση: "Τριγώνης εκοτσούλευε σαν γάτος λιαρομάτης, αλλά εστάθη άτυχος τον τσάκωσε ο Σταμάτης". Τα παιδιά του Παναγιώτης (ο Γκούρας) και ο Δημήτρης, θερμοί πατριώτες. Έζησαν και πρόκοψαν στην πρωτεύουσα. Δεν υπάρχουν πια.

Πιο κάτω ήταν το σπίτι του αδελφού του, Ανδρέα Χατζόπουλου (του Ζούτη) άριστου οικογενειάρχη. Ο γιος του Διονύσης, άνθρωπος με υψηλά αισθήματα, ανέβηκε στις ανώτατες σκάλες στο σώμα των ελλήνων αξιωματικών. Ο γιος του Ανδρέας, αξιόλογος γιατρός στην Αθήνα δεν ξεχνά το χωριό του πατέρα του. Το σπίτι το έχει τώρα ο Πάνος Αποστολόπουλος, επί χρόνια πρόεδρος της Κοινότητος. Στη συνέχεια το παλιό σπίτι του Διονύση Σπηλιόπουλου και δίπλα το σπίτι του Σπυράκου Παπαγεωργίου. Απέναντι το σπίτι του Διονύση Μιχόπουλου (της Διονύσαινας). Ο γιος του Κων/νος υπηρέτησε στο χωριό μας ιερέας, άξιος και σεβαστός. Με βαθύ αίσθημα της αποστολής του και αγαπητός σ’ όλη την περιοχή. Τα παιδιά του εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα με πρόοδο.

Επιστρέφοντας στο κέντρο του χωριού, δεξιά ήταν τα σχολεία, Δημοτικό-Ελληνικό-Γυμνάσιο. Το μόνο που υπάρχει τώρα είναι το ερειπωμένο κτίριο με την ταμπέλα "Γυμνάσιο Δούκα".

Στη συνέχεια, η περιοχή Προσήλιος. Πρώτο ήταν το σπίτι της Ελένης Νικολοπούλου (της Λίλας). Μυρμίγκι πραγματικό. Ο άνδρας της είχε σκοτωθεί στον πόλεμο. Ανάθρεψε τα παιδιά της με κόπους και αγώνα. Ο Πάνος (Κρίκος) έγινε αγρονόμος. Ο Γεώργιος νομίζω πήγε στην Αυστραλία. Τίποτε δεν υπάρχει από το σπίτι, όλα ερείπια. Συνεχίζοντας, συναντάμε το σπίτι του Νίκου Καραβατά με τα πολλά παιδιά. Όλα τα επαγγέλματα τα μεταχειρίστηκε για να τα θρέψει: "Ο καθένας με το επάγγελμά του και ο Καραβατάς με το εμπόριόν του" έλεγε. Τα παιδιά του σκόρπισαν σ’ όλη την Ελλάδα. Όλα έγιναν καλοί νοικοκυραίοι και άξιοι οικογενειάρχες.

Πιο κάτω ήταν το σπίτι του Τομαρόπουλου. Έμπορος σταφίδας στον Πύργο. Είχε παντρευτεί τη Δουκιώτισα Σάσα Κανελοπούλου. Το σπίτι ήταν μια πραγματική βίλλα. Αγάπαγε πολύ το χωριό και τους κατοίκους του. Τώρα σωρός ερείπια.

Προχωρώντας, συναντάμε τα παλιά σπίτια του Γιάννη Στροφύλα. Διατηρούσε αμάξι με άλογα κι εξυπηρετούσε με ευγένεια και προθυμία τους πάντες. Μετά ήταν τα σπίτια των Κωνσταντινόπουλων. Ένας από αυτούς, ο Πάνος, είχε ξενοδοχειακή επιχείρηση στην Πάτρα. Τον ίδιο κλάδο ακολούθησαν και τα ανήψια του. Μεταξύ αυτών ο Σταύρος, ένα λαμπρό παλικάρι και θερμός πατριώτης. Έφυγε και αυτός πρόωρα. Πιο κάτω του Σπύρου Μουσά, που είχε παντρευτεί την Καλλιρόη Κωνσταντοπούλου. Τώρα μένει ο Γεώργιος Κυάμος.

Πίσω από την πλατεία του χωριού ήσαν τα Κουμπατέϊκα. Μεγάλη οικογένεια εμπόρου επί πολλά χρόνια, που τίμησαν το χωριό. Εγκαταστάθηκαν στον Πύργο όπου διατηρούσαν μεγάλο κατάστημα. Σκόρπισαν και αυτοί. Στην Αθήνα τελευταίος που ζούσε ήταν ο Κωστάκης Κουμπάτης. Είχε αντιπροσωπείες στην οδό Φιλελλήνων. Θερμός πατριώτης που δεν ξεχνούσε τον τόπο από τον οποίο προερχόταν. Το σπίτι τους στέκει όρθιο ακόμα. Αντέχει στο χρόνο, βουβό, να θυμίζει παλιές δόξες. Δίπλα ήταν το σπίτι του Σπύρου Κουμπάτη. Έμενε η Διαμάντω Κουμπάτη που παντρεύτηκε τον Θεόδωρο Νικολόπουλο, από τη Φολόη (τη Γιάρμενα). Εγκαταστάθηκαν στον Καναδά. Η Διαμάντω είχε έναν αδελφό, τον Στέφανο που είχε εγκατασταθεί στην Αθήνα. Και το σπίτι αυτό δεν υπάρχει πια, υπέκυψε στη φθορά του χρόνου. Πίσω από το σπίτι αυτό ήταν του Δημήτρη Κανελλόπουλου, που η κόρη του Νικολίτσα είχε παντρευτεί τον Γεώργη Μπερνελή. Άτυχη και πονεμένη οικογένεια. Τρία παλικάρια της, άξια και δουλευτάρικα, ο Γεώργιος, ο Δημήτρης και ο Πάνος έφυγαν πάνω στα νιάτα τους. Είχε και άλλη κόρη, την Κουκού, που είχε παντρευτεί στο Μαλαπάσι, έξω από τον Πύργο, και ένα άλλο αγόρι, τον Διονύσιο Κανελλόπουλο (τον Χοτέλη). Ένας πατριώτης που μέσα στην καρδιά είχε το χωριό. Αναμίχθηκε με ξενοδοχειακές δουλειές και τελευταία εγκαταστάθηκε στη Νέα Ερυθραία Αττικής και ασχολήθηκε με το εμπόριο. Άφησε τρία παιδιά επιστήμονες. Αναπαύεται κι αυτός στον τόπο που τον γέννησε και τον μεγάλωσε.

Στη συνέχεια ήταν το σπίτι Νικητάκη. Κόρη αυτών ήταν η Γλυκερία. Είχε υπηρετήσει πολλά χρόνια αδελφή νοσοκόμα. Είχε μέσα στην ψυχή της το χωριό της. Δεν το ξεχνούσε. Το δείχνει η τελευταία πράξη της ζωής της. Διαθήκη για το χωριό. Δυστυχώς η διαθήκη ήταν άτυχη. Κολλητά ήταν το σπίτι του Γιώργη Παναγιωτόπουλου. Συντηρητή των τηλεφωνικών γραμμών. Θύμα του καθήκοντος. Είχε ακρωτηριασθεί. Άνθρωπος γεμάτος καλοσύνη που την κληρονόμησαν και τα παιδιά του. Στην ίδια σειρά, το σπίτι της θειά Γαλάνενας. Καταγόταν από τη Δημητσάνα, από την οικογένεια Πανίτσα. Η μία κόρη της, η Αντώνα, είχε παντρευτεί τον Αλέξη Ασημακόπουλο. Απόγονος, ο Γιάννης Ασημακόπουλος. Η άλλη κόρη της, η Ευδοκία, είχε παντρευτεί τον Κωστάκη Σπυρόπουλο. Πέθανε μετά από εκατό (100) χρόνια ζωής.

Προχωρούμε δεξιότερα και αφού περάσουμε το σπίτι της Αργύρως και το σπίτι που επί πολλά χρόνια ήταν τηλεγραφείο, φθάνουμε στα Γκοτζέϊκα. Τα σπίτια του Αγγελή Γκοτζιά και τα σπίτια του παππού μου, Πανάγου Γκοτζιά, που τα κληρονόμησαν οι γιοι του Ευθύμιος και Αριστείδης, που εγκαταστάθηκαν στο χωριό Κλαδέος. Εγγονός του Ευθυμίου, ο Ευθύμιος, μηχανικός, που είναι εγκατεστημένος στον Πύργο. Γιος του Αριστείδη, ο Βύρωνας, από τους συνεργάτες της εφημερίδας "Πατρίς του Πύργου" και πρωτεργάτης στη σύσταση του Συλλόγου των απανταχού Δουκιωτών. Γιος του είναι ο άξιος επιστήμονας Δημήτριος Κοτζιάς, στέλεχος της Ε.Ο.Κ. στον τομέα περιβάλλοντος, που τιμά τη χώρα μας. Τα σπίτια αυτά έχουν περιέλθει στον Νικόλαο Μάρα, αντιστράτηγο. Δίπλα ήταν το σπίτι της μητέρας του, Γεωργίτσας Φωτοπούλου, που είχε παντρευτεί τον Παναγιώτη Μάρα. Αδελφός της, ο Νικόλαος Φωτόπουλος, ανώτερος αξιωματικός της Αστυνομίας.

Προχωρώντας, συναντάμε το σπίτι του Σωτήρη Γεωργάκη που καταγόταν από τα Μέγαρα. Ο γιος του Γεώργιος, υπόδειγμα τίμιου και καλού οικογενειάρχη, δεν υπάρχει πια. Δίπλα είναι το σπίτι του Κωστάκη Δούρου, της οικογένειας που τ’ όνομά της είναι συνδεδεμένο με το θρύλο της Μαριωρής. Για το θρύλο αυτό είχε γράψει ο αείμνηστος Γεωργούλης Χρυσανθακόπουλος. Δεν έχει δημοσιευθεί. Τα παιδιά του Κ. Δούρου εγκαταστάθηκαν στην Πάτρα και την Αθήνα. Πάντα είναι κοντά στο πατρικό τους σπίτι στο χωριό.

Ακριβώς από κάτω, η συνοικία "Κουκίστρα". Δεν υπάρχει τίποτε όρθιο. Μια γειτονιά που έσφιζε από ζωντάνια. Εκεί ήταν το σπίτι της Ευγενίας Πολιτάκη, που είχε παντρευτεί τον Κων/νο Τσίλια (Ρουμελιώτη) με τον οποίο είχε αποκτήσει το γιο της, Βασίλη. Μετά το θάνατό του, παντρεύτηκε τον Νικολάκη Δούρο. Άνθρωπο τίμιο, εργατικότατο, πηγή ανεξάντλητη των ιστοριών από τον πόλεμο Μ. Ασίας στον οποίο υπηρέτησε. Ό,τι αρρώστια παρουσιαζόταν στα ζώα, είχε πάντα τον τρόπο ν’ αντιμετωπίσει, γιατί αγαπούσε πολύ τα ζώα. Ήταν ο σταθμός πρώτων βοηθειών. Αξέχαστος άνθρωπος, βοήθησε το γιο του να καταστεί στέλεχος του Ελληνικού Στρατού. Δίπλα ήταν το σπίτι του μπάρμπα Χρήστου του Πίκουλα του μπαλωματή (του Τσοτσόνη), που με το σουβλί και το σφυρί έβγαζε το ψωμί της φαμελιάς τους. Ένας υπέροχος τύπος από εκείνους που δεν ξεχνιούνται εύκολα. Ο γιος του, ο Μανώλης, ήταν διανομέας στο Ταχυδρομείο του χωριού. Τα κορίτσια του, με έναν υπέροχο γαμπρό, έφτιαξαν τελευταία καινούργιο σπίτι στη θέση που είχε ο παππούς τους.

Απέναντι ήταν το σπίτι του Ανδρέα Βακαλόπουλου, αδελφός των άλλων Βακαλόπουλων. Ένας πραγματικός λεβέντης. Ο γιος του, Θανάσης, καμάρωνε γιατί πάντοτε φρόντιζε να έχει τα καλύτερα άλογα και πατέρας πολλών και προοδευτικών παιδιών, που κατόρθωσαν ν’ ανέβουν σε υψηλές βαθμίδες. Ο Κων/νος, οικονομολόγος της Ανωτάτης Εμπορικής. Ο Γεώργιος, στον Οργανισμό Συγκοινωνίας. Δεν ξέχασε το χωριό του, στο οποίο έφτιαξε ωραίο σπίτι και δίνει ζωή στο χωριό. Ακριβώς από κάτω, ήταν το σπίτι του Αντώνη Ζαφειρόπουλου (του Νταή). Ένας από τους καλύτερους μυλωνάδες της περιοχής. Είχε το νερόμυλο στην Κάμενα. Ο γιος του, Πανάγος, ακολούθησε το στρατιωτικό σώμα και έφτασε το βαθμό το Υποστράτηγου. Έφυγε και αυτός από κοντά μας.

Πιο πέρα ήταν το "Κόσσι". Εκεί ήταν το σπίτι της Θειά Ζαφείρως Δούρου, μάνας του Κων/νου και Νικολάκη. Αξέχαστη και σεβαστή γριούλα. Θεράπευε τις αμυγδαλές των παιδιών. Πηγαίναμε στη θεία Ζαφείρω και μας πάταγε τις αμυγδαλές. Δεχόταν τα παιδιά με μεγάλη καλοσύνη και χαμόγελο. Έδιωχνε το φόβο για ν’ ανοίξουν το στόμα τα παιδιά. Έπλενε καθαρά τα χέρια της, έβαζε το δάκτυλό της στην στάχτη και πάταγε τις αμυγδαλές σαν πραγματικό γιατρός. Έτσι ξαλαφρωμένα τα παιδιά από τον πόνο, της φύλαγαν το χέρι και εκείνη τους έδινε καρύδια για αμοιβή. Τώρα στον τόπο που ήταν το σπιτάκι της, είναι μια διόροφη μοντέρνα οικοδομή της εγγονής της, Αγγελικής και του συζύγου της Βασίλη, που τόσο έχει αγαπήσει το χωριό μας.

Κάτω από της θειάς Ζαφείρας το σπίτι ήταν του Αναστάση Καραβέλα. Αξιοσέβαστου Δουκιώτη. Τα παιδιά του εγκαταστάθηκαν στην Αμερική, ο Γεώργιος και ο Δημήτριος. Ποτέ δεν ξέχασαν το χωριό τους. Τώρα το έχει η οικογένεια του Αριστείδη και της Παγώνας Γιαννοπούλου.

Κοντά ήταν το σπίτι του Κων/νου Λαμπρόπουλου, ενός άλλου εξαίρετου πατριώτη, που όπου και αν πέρασε άφησε τα χνάρια της εντιμότητας και της αξιοπρέπειάς του, σ’ ολόκληρο το σιδηροδρομικό δίκτυο της Πελοπονήσσου που υπηρέτησε. Από τα παιδιά του μόνο ο Βασίλης εγκαταστάθηκε στο χωριό με τη γυναίκα του Αριστέα Κανελλοπούλου, μετά τη συνταξιοδότησή του. Και οι δύο κοιμούνται τον αιώνιο ύπνο στο χώμα που αγάπησαν. Στο Κόσσι ήταν και άλλα μικρά σπίτια μεταξύ των οποίων κι ενός Γιαννέλη. Αντιστέκονται ακόμη στο πέρασμα του χρόνου, δείχνοντας ότι κάποτε ζούσαν και άλλοι πατριώτες μας βιοπαλεστές.

Το χωριό μια ομορφιά νεκρική.

Πρόθεση ν’ αναφερθούν εκείνοι που πέρασαν από το χωριό και όσοι βρίσκονται εκεί, είναι να μνημονευθούν κατά το δυνατόν όσοι έφυγαν και να μνημονεύονται από τους ζώντες και τους επερχόμενους. Να στέκονται όρθιοι και υπερήφανοι για τους πατριώτες που κράτησαν ψηλά το επίπεδο της ζωής τους. Να τους μιμούνται σ’ έργα δημιουργίας και ευπρέπειας.

Ο αδιόρατος και βέβαιος δεσμός ανάμεσα στις γενιές των προγόνων μας αλλά και εκείνων που θα έλθουν, ένας ήχος που μένε όταν η μνήμη εξασθενεί και χάνεται. Για κάθε Δουκαίο το χώμα του χωριού μας είναι ιερό, έχει γίνει μνήμη που την αγγίζει από καιρό σε καιρό σαν τον άνθρωπο που αγγίζει με τα δάκτυλά του μια κλεισμένη πληγή.

Εάν δεν αναφέρθηκε κάποιος, δεν έγινε από πρόθεση αλλά από άγνοια και η κρίση πρέπει να είναι επιεικής. Ο σεβασμός και η αγάπη προς όλους τους πατριώτες πηγάζουν από την καρδιά μου.

Αυτή είναι η όλη η συγκρότηση του χωριού μας. Η όψη του δείχνει ότι κάποτε έσφιζε από ζωντάνια. Από χαρά. Ζούσαν άνθρωποι με ενδιαφέροντα. Το οικοδομικό του σύνολο, είναι εικόνα αρχοντιάς. Τα σπίτια μπορεί να μην έχουν καμιά αρχιτεκτονική ιδιαιτερότητα, είναι όμως δείγμα ενός χωριού με υψηλό τρόπο ζωής. Όλα σχεδόν τα σπίτια υπερυψωμένα με προσανατολισμό κι εξοπλισμό για μια ανετότερη ζωή των κατοίκων.

Όσοι ιδιοκτήτες τους υπάρχουν, τ’ αγαπούν και προσπαθούν να τους ξαναδώσουν πνοή. Να τα ξαναζωντανέψουν. Όσα είναι ορφανά και στέκουν ακόμη όρθια, περιμένουν έστω να χαρακτηριστούν ως διατηρητέα και να έχουν κάποια φροντίδα. Να μην υποστούν τη μοίρα της εγκατάληψης. Τ’ αντικρύζεις και νιώθεις μαγεία φερμένη από τα βάθη της μνήμης.

 

* Το κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο «Η ιστορία του χωριού Δούκα – Ηλείας» του επίτιμου δικηγόρου Κωνσταντίνου Ιωάννου Γκοτζιά.