Έθιμα, Προλήψεις και Δεισιδαιμονίες - Το σφάξιμο των γουρουνιών

Ήταν καθιερωμένο κάθε οικογένεια να τρέφει ένα ή και δύο χοιρινά το χρόνο. Τα χοιρινά δεν τρεφόντουσαν για εκμετάλλευση ή για εμπόριο, αλλά συμπλήρωναν τις τροφικές ανάγκες της οικογένειας. Στα χωριά η κρεατοφαγία ήταν περιορισμένη. Δεν συνέβαινε ό,τι συμβαίνει σήμερα που ακόμα και το πρωϊνό συμπληρώνεται με σουβλάκια και άλλα τερψιλαρίγκεια. Κάθε Κυριακή γεύονταν κανένα κοτόπουλο ή καμιά κότα που είχε βαρεθεί να γεννά αυγά. Τα κοτόπουλα ήσαν λίγα γιατί και οι κλώσσες αδυνατούσαν να βγάλουν πολλά πουλιά, να εξυπηρετήσουν τα στόματα των ατόμων που είχε κάθε σπίτι. Μην ξεχνάμε ότι μερίδιο στα κοτόπουλα είχε και η τσατσαμάρω-αλεπού, που όταν έκανε την επίσκεψή της στο κοτέτσι, σκόρπιζε την πανωλεθρία. Ακόμα και τα γεράκια δεν έχαναν ευκαιρία. Καιροφυλακτούσαν και σαν σίφωνες έπεφταν στα κοτόπουλα και έπαιρναν το μερίδιό τους.

Η λύση ερχόταν με το θρέψιμο των χοιρινών. Τα βελανίδια από τα δέντρα ήταν η καλύτερη τροφή για τα χοιρινά καθώς και για τ’ άλλα ζώα. Έτσι το φθινόπωρο που έπεφταν τα βελανίδια, τα μάζευαν, τα φόρτωναν στον κυρ Μέντιο και εξασφάλιζαν καλή και φυσική διατροφή για τα χοιρινά, που αναπτύσσονταν πολύ γρήγορα και αποδοτικά, ώστε όταν ερχόταν οι Αποκριές να είναι έτοιμα για μαχαίρι.

Το σφάξιμο των χοιρινών συνηθιζόταν να γίνεται την Τσικνοπέμπτη. Ήταν μια εκδήλωση που συνοδευόταν από μεζέδες και ποτήρι.

Η ιεροτελεστία της σφαγής γινόταν σχεδόν την ίδια ημέρα σ’ όλα τα σπίτια. Παρέες παρέες άνδρες πήγαιναν σε κάθε σπίτι και έκαναν την εκτέλεση των γουρουνιών. Σκληρή εικόνα ν’ αντικρύζεις τη θυσία του ζώου. Την αγριότητα του ανθρώπου στην εκτέλεση. Οι νοικοκυρές έβαζαν ένα λεμόνι στο στόμα του ζώου και το θύμιαζαν κι έλεγαν διάφορες ευχές, ώστε το ζώο να είναι καλοφάγωτο. Του έδιναν έτσι και θρησκευτικό χαρακτήρα. Μετά το σφάξιμο, ακολουθούσε το μάδημα. Να βγουν οι τρίχες ρίχνοντας το σφαγμένο ζώο σε καυτό νερό ή και με γδάρσιμο, οπότε το δέρμα χρησίμευε να φτιάξουν τα γουρουνοτσάρουχα. Από το σώμα του ζώου έβγαζαν ένα κομάτι, το έψηναν στα κάρβουνα να φάνε οι σφαχτάδες και να τραγουδήσουν "Σε υμνούσι των βαρελιών οι πύροι, ή οκά και το ποτήρι". Ακολουθούσαν οι ευχές για το σπίτι, "και το χρόνου να είμαστε καλά" και συνέχιζαν για άλλη εκτέλεση.

Η λύση της διατροφής με τα χοιρινά ήταν οικονομική και πρακτική. Εξασφαλιζόταν κρέας για αρκετό καιρό και λίπος, αφού το λάδι παλαιότερα ήταν ακριβό. Η συνέχεια ήταν δουλειά του νοικοκύρη να τεμαχίσει το ζώο και των γυναικών να του κάνουν την κατάλληλη τοποθέτηση.

Τα ψαχνά κομάτια βράζονταν και πήγαιναν σε μικρά πιθάρια ή λαγήνια που τα σκέπαζαν με το λίπος του ζώου. Έφτιαχναν τις τσιγαρίδες που ήταν το πιο πρόχειρο φαγητό με αυγά. Έφτιαναν κεφτέδες που έμπαιναν σε πιθάρια και μοσχοβολούσαν. Τα γνήσια λουκάνικα, που ήσαν οι καλύτεροι μεζέδες, καθαροί και περιποιημένοι.

Αν κανένας πατριώτης τύχαινε να μην έχει να σφάξει χοιρινό, ήταν καθιερωμένο, εκείνοι που είχαν, έστελναν ένα καλό κομάτι ώστε να μη μείνει κανείς παραπονούμενος. Ήσαν ημέρες χαράς και ευφροσύνης. Έπρεπε να τις γεύονται όλοι.

Ο καρνάβαλος ήταν συνδεδεμένος με την Τσικνοπέμπτη και το σφάξιμο των γουρουνιών. Οι εκδηλώσεις του καρναβαλιού στα χωριά ήταν αυθόρμητες και είχαν μέσα τους πρωτοτυπία κι ενθουσιασμό. Τα τελευταία χρόνια επικράτησε σ’ όλες τις πόλεις, τα χωριά και σ’ όλες τις χώρες. Το ζούμε οργανωμένο και με κατευθυνόμενες εκδηλώσεις. Στα χωριά είχε αυθορμητισμό. Ήταν ξεχύλισμα ευθυμίας και χαράς. Έπαιρναν μέρος άνδρες και γυναίκες και προπάντος νεαροί και νεαρές. Μεταμφιέζονταν σε αραπάδες με τη βοήθεια του τηγανιού, σ’ αρκούδες με χορευτικά καμώματα, ζώα με κουδούνια, δημιουργώντας ατμόσφαιρα ενθουσιασμού. Τα βράδια πήγαιναν στα σπίτια κάνοντας τους αστυνόμους, του ληστές, τους κλέφτες. Ήταν μεταμφιεσμένοι και σκόρπαγαν χαρά. Τους γινόταν υποδοχή με κεράσματα και προσπάθεια να τους αναγνωρίσουν. Οι εκδηλώσεις συνεχίζονταν και την επόμενη ημέρα με χορούς και γλέντια.

Τώρα και στα χωριά στήνονται μπροστά στο "χαζοκούτι" και παρακολουθούν τι γίνεται στις πόλεις. Χάθηκε ο αυθορμητισμός. Η ζωή τυποποιήθηκε. Ας θυμόμαστε τουλάχιστον το παρελθόν που μας συνδέει με τη γνήσια ζωή που έβγαινε από τα σπλάχνα του άδολου χωρικού.

 

* Το κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο «Η ιστορία του χωριού Δούκα – Ηλείας» του επίτιμου δικηγόρου Κωνσταντίνου Ιωάννου Γκοτζιά.