Εμφανείς και αφανείς αγωνιστές

Κάτω από το Ελληνικό Κοινοβούλιο κοιμάται ο Άγνωστος Στρατιώτης. Πάνω από το γλυπτό του κοιμωμένου αναγράφεται: ’’ΑΝΔΡΩΝ ΕΠΙΦΑΝΩΝ ΠΑΣΑ ΓΗ ΤΑΦΟΣ”. Λεβέντες τσολιάδες με τις φουστανέλες, το φέσι, τα φουντωτά τσαρούχια και με το όπλο στο χέρι, φυλάνε να μην του ταράξει κανένας τον αιώνιο ύπνο του. Είναι ο σεβασμός που οφείλουμε στους άγνωστους ήρωες που μας συντροφεύουν και μας μεταγγίζουν χυμούς ζωής.

Οι νεκροί πεθαίνουν μόνο όταν τους ξεχνούμε και ποτέ δεν πρέπει να γίνει αυτό, γιατί τότε, κόβουμε το δεσμό μας με την ιστορία μας.

Σε κάθε κομμάτι της Ελληνικής γης που εχύθη αίμα Ελληνικό, στο βωμό της Ελευθερίας, πρέπει να έχουμε μνημείο για τους άγνωστους αγωνιστές, που έδωκαν ότι πολυτιμότερο είχαν γι’ αυτήν. Το αίμα τους, τη ζωή τους.

Στη μαρμάρινη στήλη των πεσόντων του χωριού μας αναφέρονται τα ονόματα εκείνων που προσέφεραν τη ζωή τους κατά τους τελευταίους πολέμους. Δεν γνωρίζουμε όμως τα ονόματα των αφανών αγωνιστών που έπεσαν στο σκληρό αγώνα κατά των Τουρκαλβανών Λαλαίων.

Ας μεταφέρουμε τον εαυτό μας στον τόπο της θυσίας, στον τόπο που πεινασμένοι και διψασμένοι έβλεπαν το θηρίο να έρχεται κατά πάνω τους και να στρατεύσουν τον ψυχικό τους κόσμο ν’ αντισταθούν, να τον αποκρούσουν και να νικήσουν.

Μόνο όταν φέρουμε τη φαντασία μας στην περιοχή της Κάπελης και δούμε την εικόνα του αγώνα, τότε θα πέσουμε γονατιστοί, να προσκυνήσουμε το χώμα που τους έχει στην αγκαλιά του. Θα νοιώσουμε το μεγαλείο της ψυχής που έκρυβαν μέσα τους. Την μεγάλη προσφορά του. Θα νοιώσουμε υπερήφανοι για τους προγόνους μας. Θα τους βάλουμε μπροστά μας σαν οδηγό της ζωής μας. Είναι οι πρόδρομοι που έγραψαν ιστορία για ν’ απολαμβάνουμε το πολυτιμότερο αγαθό της ελευθερίας, που θέλει αρετή και τόλμη.

Το Ελληνικό Έθνος δεν έχει καλύτερο σχολείο από την ιστορία του.

Ας τους βάλουν μπροστά τους οι νέοι μας, ας γίνουν οδηγοί τους, ώστε να οδεύουν προς τα μεγάλα και γενναία, προς τ’ άξια των περασμένων της φυλής μας.

Για να έχουν οι αγωνιστές το φρόνιμα και τη δύναμη ν’ αντικρύσουν το θάνατο, που έρχονταν κατά πάνω τους, έπρεπε να είναι εφοδιασμένοι με ψυχή αδάμαστη, να κρύβουν μέσα στο ισχνό από την πείνα κορμί τους, περίσσια πίστη για το σκοπό που πολεμούσαν.

Αυτά τα εφόδια τα καλλιέργησαν και τα μεταφύτευσαν άλλοι ήρωες, άλλοι ακάματοι, αφανείς εργάτες, που με τη ζωή τους και τις πράξεις τους έδιναν το καλύτερο παράδειγμα. Φώτιζαν το δρόμο που έπρεπε ν’ ακολουθήσουν. Είναι εκείνοι που διατήρησαν την αγάπη προς την πατρίδα, για την οποία κάθε θυσία μας επιβάλλεται. Είναι οι εργάτες του πνεύματος που έκαναν πολλές θυσίες να κρατήσουν σε υψηλό επίπεδο την ελληνικότητα του τυραννισμένου κόσμου, να μην χάσουν τις ρίζες τους, τους προγόνους και να μην προδώσουν την καταγωγή τους.

Εργάστηκαν με το μυαλό και τη σκέψη, για τον ξεσηκωμό, για το εγερτήριο σάλπισμα, διατηρούσαν και φλόγιζαν τα ελπιδοφόρα μηνύματα που ενθάρρυναν το λαό ν’ ανταποκριθεί στο εθνικό προσκλητήριο. Σ’ αυτούς τους φανερούς και αφανείς πνευματικούς ηγέτες, μικρούς και μεγάλους, που έζησαν πόνους και αγωνίες να διδάξουν και να εμπνεύσουν το πνεύμα το Ελληνικό, έχουμε υποχρέωση, καθήκον, να στήνουμε πάντοτε το μνημείο του πνευματικού αγνώστου μέσα στην ψυχή μας.

Δεν καυχιόμαστε, αλλά λέμε την αλήθεια, ότι το Δούκα, στην περιοχή ήταν ο τόπος, το κέντρο που συγκεντρώνονταν όλοι που το μυαλό τους δούλευε γι’ αυτό το σκοπό. Πολλοί έδωσαν τα πάντα. Είναι σύμβολα τιμής και αυτοθυσίας. Βιλαέτηδες, Αυγερινοί, Κοροντζήδες, Σπηλιωτόπουλοι, Καπογιάννηδες-Ευθυμίου, Φραγκούληδες, Ασημακόπουλοι, Κουμπάσηδες, Παπαθανασόπουλοι, Μεταξάδες και σωρεία άλλων, ανήκουν στο πάνθεον των αγωνιστών. Ανήκει και σ’ αυτούς η τιμή και ο σεβασμός. Το πέρασμά τους από το Δούκα δεν ξεχνιέται, γιατί εδώ έγινε το ζύμωμα της όλης οργάνωσης της περιοχής. Προσέφεραν μεγάλο έργο στο κεφάλαιο του αγώνα. Σκαπανείς και εργάτες για κάθε ωραίο κι ευγενικό, για κάθε καλό και μεγάλο.

 

* Το κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο «Η ιστορία του χωριού Δούκα – Ηλείας» του επίτιμου δικηγόρου Κωνσταντίνου Ιωάννου Γκοτζιά.