Ασχολίες των Δουκαίων - Τσαγκαράδες

Ένα άλλο επάγγελμα που ήκμαζε στο Δούκα ήταν η κατασκευή των χειροποίητων υποδημάτων.

Τα έφτιαχναν μια φορά και ήταν πιστοί σύντροφοι σ’ όλη τη ζωή του κατόχου τους. Πολύ στερεά. Οπλισμένα και με τα σιδηρικά τους. Οι πρόκες στόλιζαν το πέλμα τους και έδιωχναν τη φθορά τους.

Αξιόλογοι μάστοροι ήταν: Ο μπαρμπα Παναγιώτης Χατζόπουλος (ο Τσαγκάρης) μαζί με τα παιδιά του έφτιαχναν κομψά χειροτεχνήματα. Χρυσοχέριδες. Το τσαγκαράδικο ήταν στο ισόγειο του σπιτιού και η δουλειά αδιάκοπη. Η πελατεία επεκτεινόταν σε όλα τα γύρω χωριά. Όλοι είχαν εμπιστοσύνη στην τίμια και καθαρή δουλειά.

Πιο κάτω ήταν το τσαγκαράδικο του Αλέξη Ασημακόπουλου. Άλλος χρυσοχέρης τεχνίτης, που τα χέρια του ασταμάτητα έφτιαχναν κομψοτεχνήματα. Τα παπούτσια όμως όσο στέρεα και αν ήσαν είχαν κι εχτρούς, την πέτρα και τον χρόνο, στους οποίους δεν άντεχαν, ήθελαν βοήθεια, μπαλώματα να μην αχρηστευθούν. Ήθελαν το γιατρό τους. Τ’ αναλάμβαναν οι μπαλωματίδες. Πρώτος ο μπαρμπα Χρήστος ο Πίκουλας (ο Τσοτσόνης). Με το σουβλί και το σφυρί έκλεινε τα παράθυρα των παπουτσιών κι έδιωχνε το κρύο. Αξέχαστος ο μπάρμπα Χρήστος.

Πιο κάτω στα φραγκουλέϊκα ήταν ο Τσαπαρογιάννης που διόρθωνε τα τραύματα των παπουτσιών, αλλά έφτιαχνε και καινούργια παπούτσια. Γιάτρευε τις πληγές τους. Τους έδινε παράταση ζωής.

Άλλος ένας εντιμότατος δουλευτής στη συντήρηση των παπουτσιών ήταν ο Παναγιώτης Μάρας. Εργαζόταν στα γύρω χωριά. Έφευγε πρωί-πρωί και γύριζε το βράδυ, φορτωμένος πάντοτε με τους καρπούς των κόπων του. Δεν υπάρχουν ίχνη των δουλευτάδων αυτών. Η μηχανή τους έκανε πέρα. Τα εργοστάσια δίνουν στον κόσμο ποικίλα, φθηνά και όμορφα παπούτσια.

 

* Το κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο «Η ιστορία του χωριού Δούκα – Ηλείας» του επίτιμου δικηγόρου Κωνσταντίνου Ιωάννου Γκοτζιά.