Ασχολίες των Δουκαίων - Οι Σαγματοποιοί (Σαμαράδες)

Οι μεγάλοι σύντροφοι του ανθρώπου που δουλεύουν και κοπιάζουν γι’ αυτόν σ’ όλη τη ζωή τους, του προσφέρουν τις δυνάμεις τους σ’ όλες τις δραστηριότητές του: στο χωράφι, στη μεταφορά ακόμα και στις διασκεδάσεις του, δεν προβάλουν άρνηση, δίνουν τις υπηρεσίες τους χωρίς διαμαρτυρία. Δεν ζητάνε τίποτε άλλο παρά την αγάπη μας. Λίγο χάδι σαν τα μικρά παιδιά, λίγο φαγάκι και νεράκι και εκφράζουν την ευγνωμοσύνη τους. Είναι τα υποζύγια, με τα οποία συναναστρεφόμαστε με τα οποία ζούμε. Ο υπομονετικός γάιδαρος (ο κυρ Μέντιος) που διακρίνεται για την ήπια συμπεριφορά του, εκτός και αν θυμώσει καμιά φορά, οπότε απειλεί με τα οπίσθιά του.

Κάποτε γύριζε ένας χωρικός με το γαϊδούρι του φορτωμένο. Ένας συγγενής που τον συνάντησε, τον ρώτησε: "Γεια σου μπάρμπα. Τι γίνονται στο σπίτι; Τι κάνει η θειά μου;” Και ο χωρικός απάντησε: ”Μη ρωτάς για τη θειά σου. Για το γαϊδούρι και τον μπάρμπα σου να ρωτάς”. Δείγμα του δεσμού του χωρικού με το ζωντανό του. Το σύντροφό του. Το συναγωνιστή του στον αγώνα της ζωής.

Το υπερήφανο και αγέρωχο άλογο που χαρίζει λεβεντιά και καλωσύνη. Το ατίθασο μουλάρι (ο ημιόνος) που διακρίνεται για την αντοχή του και τη μεγάλη του προσφορά. Δεν σηκώνει κακοποίηση, αλλά ανταποδίδει την ίδια συμπεριφορά όταν το ζορίσεις και οι ανταποδώσεις είναι πολλές φορές επώδυνες. Δεν είναι αχάριστα. Καταλαβαίνουν αν τους τρέφεις αγάπη και ανταποδίδουν ό,τι καλύτερο. Είναι σκλάβοι σε όλη τους την ζωή. Και στα γεράματά τους πολλές φορές μένουν άστεγοι, και περιφρονημένοι. Αφήνουν την τελευταία τους πνοή χωρίς βοήθεια, χωρίς καμιά συμπαράσταση.

Υπήρχαν εκείνοι που φρόντιζαν για τους αγαπητούς μας φίλους και συντρόφους, για τα κουστούμια τους. Είχαν μέσα τους γι’ αυτά πραγματική αγάπη, τα πονούσαν. Οι τεχνίτες που προσπαθούσαν να τους στολίσουν με χίλια δυο χαϊμαλιά, να περπατούν ήρεμα και χωρίς πληγές.

Ήσαν οι σαγματοποιοί (οι σαμαράδες) που έκαναν κομψή και άνετη τη φορεσιά τους. Στο Δούκα άριστοι και ξακουστοί τεχνίτες, ο μπάρμπα Παρασκευάς ο Μιχαλόπουλος, με το γιο του Λουκά. Έφτιαχναν τις καλύτερες σαγιές (σαμάρια). Στολίδια πραγματικά απάνω στο ζώο. Δούλευαν με μεράκι. Είχαν το εργαστήριο στο ισόγειο του σπιτιού. Δουλειά από το πρωί μέχρι το βράδυ. Συνεπείς και τίμιοι. Άλλος σαγματοποιός ήταν ο Θεόδωρος Χατζόπουλος (ο Τριγώνης). Κι αυτός αγωνιζόταν για τον ίδιο σκοπό. Ήταν οι μόνοι στην περιοχή. Οι φίλοι μας όμως λιγόστεψαν πολύ. Ελάχιστοι κυκλοφορούν ακόμη. Χάθηκε η παρουσία τους, χάθηκε η φωνή τους. Η μηχανή τους εξαφάνισε. Η μοτοσυκλέτα, το ποδήλατο και προ πάντος τ’ αυτοκίνητο πήραν τη θέση τους. Τους εξαφάνισαν και μαζί τους εξαφανίστηκαν και οι ραφτάδες τους. Το επάγγελμα έσβησε, γεννήθηκαν άλλα.

 

* Το κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο «Η ιστορία του χωριού Δούκα – Ηλείας» του επίτιμου δικηγόρου Κωνσταντίνου Ιωάννου Γκοτζιά.