Ασχολίες των Δουκαίων - Κερασιές

Άνοιξη. Ο Απρίλιος έφτασε. Ο κούκος λάλησε. Ο τόπος παίρνει νυφική, χαρούμενη όψη. Οι κερασιές ντύνονται στα λευκά τους, σκορπίζουν φαντασμαγορία. Χαρά Θεού. Τα πάντα λουλουδιασμένα, ένα πολύχρωμο τοπίο.

Το ευλογημένο δημιούργημα, η μέλισσα, επισκέπτεται τα λουλούδια και τους μοιράζει το φίλημά της, από κάθε άνθος, με περίσια χάρη, τρυγά το νέκταρ που παράγει μέσα του. Χαρίζει τη γονιμότητα που φέρνει καρπούς. Και το φιλί του άνθους με τη μέλισσα σε λίγο θα δώσει τον καρπό της αγάπης. Δίνει τη ζωντανή εικόνα. Την ομορφιά, τη χαρά και την τροφή στον άνθρωπο και στο φτερωτό βασίλειο. Οι κερασιές παίρνουν άλλη μορφή. Μέσα από το βαθύ πράσινο φύλωμά τους, προβάλουν τα κοκκινιστά κεράσια. Έρχεται τ’ ονομαστό κεράσι της περιοχής μας, που δίνει γεύση και ευχαρίστηση. Τις θαυμάζεις και τις καμαρώνεις με την ομορφιά τους. Δίνει την ευκαιρία στα παιδιά να σκαρφαλώσουν στις κορφές των κλαδιών να πιάσουν τα πρώτα κοκκινιστά κεράσια. Και στους μεγάλους να θυμηθούν τις παιδικές αναμνήσεις. Να γυρίσουν πίσω στην παιδική τους ζωή και να ξανανιώσουν την παιδική χαρά. Κρεμούσαν στ’ αυτιά τους κεράσια. Έφτιαχναν ολόκληρες κούκλες και τις κρέμαγαν στα μαγαζιά. Ήταν αχόρταγα για τα κεράσια ιδιαιτέρως τα παιδιά και είχαν σαν συνήθεια να τρέχουν σε καμιά απόμερη μεριά να τα ξεφορτωθούν. Προσφέρουν και οι κερασιές εκτός από την ομορφιά και τον οβολό τους, στο φτωχό κουρβανά των αγροτών.

Πολλά δένδρα υπάρχουν στο χωριό και χαρίζουν την πρασινάδα, τη δροσιά και τους καρπούς τους. Θεόρατες καρυδιές που τρέχουν πάνω στα κλαδιά τους και παίζουν το κυνηγητό με σβελτάδα και χάρη οι νυφίτσες, τρώγοντας τα καρύδια. Ποικιλίες συκών που χαρίζουν τη γλυκάδα όταν μάλιστα τα τρως πρωί - πρωί, δροσερά. Φτιάνουν τα ρετσέλια για το χειμώνα. Οι μεγάλες καστανιές, που δίνουν την ομορφιά και τα γλυκύτατα κάστανα, συντροφιά στο τζάκι και τη φωτιά. Η πύρινη λαίλαπα που πέρασε εξαφάνισε τις περήφανες και καμαρωτές κουκουμαριές που έδιναν με την σκιά τους δροσιά και χαρά στους επισκέπτες και τα παιδιά.

 

* Το κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο «Η ιστορία του χωριού Δούκα – Ηλείας» του επίτιμου δικηγόρου Κωνσταντίνου Ιωάννου Γκοτζιά.