Ασχολίες των Δουκαίων - Καφενεία

Τόπος συγκέντρωσης των χωρικών και της κοινωνίας μεταξύ τους. Παίζουν καθοριστικό ρόλο στην κοινωνική και πνευματική ζωή του χωριού. Ορθά έγραψε ο Αττικός το 1922 για τα καφενεία της τότε Αθήνας: "Χωρίς σπίτι μπορεί να μείνωμε εμείς οι Αθηναίοι, αλλά χωρίς καφενείο δεν κάνωμε".

Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο για τα χωριά. Το καφενείο είναι μια ανάγκη. Εκεί οι χωρικοί ανταλλάσσουν τις απόψεις τους. Συζητούν για τις δουλειές τους. Τα προβλήματά τους. Πως πηγαίνουν τα σπαρτά τους, τα πρόβατά τους, τι τους απασχολεί. Μιλούν για καλά χρόνια, για άσχημα περιστατικά, για αρρώστιες, την ξηρασία, τις ωφέλιμες βροχές, τα χιόνια, την ομορφιά και την επίδρασή τους στην γονιμότητα: "Χαρά στα γέννα τα στεγνά, τα φώτα χιονισμένα και τη Λαμπρή βρεχούμενα τ’ αμπάρια γιομισμένα" λέει επιγραμματικά η παροιμία.

Είναι το συμβούλιο που λύνει τα πολιτιστικά προβλήματα, πολλές φορές και τα οικογενειακά. Είναι η Βουλή του χωριού, που λύνει όλα τα προβλήματα. Διηγούνται ιστορίες από το παρελθόν, που κλείνουν το μόχθο, κακουχίες μιας ζωής γεμάτη στερήσεις και χαρές. Οι γέροντες ξαναζωντανεύουν ό,τι έκρυβαν μέσα στην καρδιά τους, θησαυρούς τρυφερότητας, σοφίας, ιστορίες ξεχασμένες, εκμυστηρεύσεις, μυστικούς θησαυρούς νιότης. Ήταν οι πολύτιμοι φύλακες του παρελθόντος. Οι νεότεροι άκουγαν με τεντωμένα τ’ αυτιά τις ταλαιπωρίες και τα βάσανά τους κατά τους πολέμους της Πατρίδας και έκαναν τις εκτιμήσεις τους. Το καφενείον αποτελούσε διδασκαλείο. Έχουν και τις όμορφες στιγμές της ψυχαγωγίας. Παίζοντας το τάβλι τους, την κοντσίνα και ό,τι άλλο παιχνίδι συνηθιζόταν. Πόσες φορές γινόντουσαν μικροκαυγάδες, ποιος θα κερδίσει το λουκούμι ή το ουζάκι.

Και αν άνοιγαν οι κυνηγοί κουβέντα, το ψέμα και η κοροϊδία πήγαινε σύννεφο. Άκουγες τον έναν να λέει ότι σκότωσε δύο λαγούς στην τάδε τοποθεσία κι ας μην είχαν βρει τα σκυλιά ούτε ίχνος λαγού. Ότι γέμισε μια τσάντα τσίχλες και κοτσίφια και ας είχε μέσα στην τσάντα του χόρτα που τα μάζεψε στο χωράφι ή τ’ αγόρασε από καμιά χορταρού. Διηγήσεις ατελείωτες από που πέρασε ο λαγός χωρίς να τον ανιχνεύσουν τα σκυλιά. Πώς πετάχτηκε η μπεκάτσα και του ξέφυγε και το γέλιο ήταν ασταμάτητο. Αν άνοιγε πολιτική συζήτηση, τότε άναβε φωτιά. Ο καθένας υποστήριζε το κόμμα στο οποίο ανήκε. Γιατί, για να είμαστε ειλικρινείς, στα χωριά ο κομματισμός έχει φανατισμό. ’’Κάμε εμένα πρωθυπουργό μια ημέρα και να ιδείς τι θα κάνω” άκουγες από τη μια μεριά, χα χα χα από την άλλη. Γέμιζε ζωντάνια χωρίς παρατράγουδα.

Στο χωριό μας, όταν τούτο είχε πραγματική ζωντάνια, υπήρχαν τρία - τέσσερα καφενεία. Το καλοκαίρι που ερχόντουσαν παραθεριστές, γέμιζε η πλατεία κόσμο. Οι ξενιτεμένοι πατριώτες ξαναβαφτίζονταν στον πατριωτικό χώρο και από άλλες πόλεις ερχόντουσαν ν’ αναπαυθούν και ν’ αναπνεύσουν καθαρό αέρα και ν’ απολαύσουν την ομορφιά της φύσης. Τα καφενεία του Δήμου Παπακωνσταντίνου (του Σέρρου). Του Μίχου Παπαμιχαλοπούλου. Του Διονύση Σπηλιόπουλου μαζί με το μπακάλικο. Κατόπιν του Σταμάτη Δούζα. Του Παναγιώτη Τριαντόπουλου (του Φασουλή) και, τελευταία, του Μήτσου Παπαδόπουλου.

Μέσα στο καφενείο γινόταν πραγματική ιεροτελεστία. Ποιος μπορεί να ξεχάσει τον Γεώργιο Χαρμπίλα. Μια πραγματικά αστήρευτη πηγή ιστοριών που όλοι μ’ ανοιχτό το στόμα τις άκουγαν. Ποιος μπορεί να ξεχάσει το Νικολάκη το Δούρο που παρουσίαζε παραστατικά όλο το φάντασμα των Βαλκανικών πολέμων και της Μ. Ασίας, σαν να τα έβλεπε μπροστά του εκείνη τη στιγμή. Τον μπάρμπα Κώστα τον Χατζόπουλο με τα ρητά και τα ποιήματά του. Το Δημήτρη, τον Τζίμη, που πάντα με την εφημερίδα στο χέρι ενημέρωνε για τα νέα της ημέρας.

Πόσοι άλλοι που με τη δική τους προσωπικότητα και θυμοσοφία έδιναν χαρούμενη ατμόσφαιρα. Πολλά θα μπορούσαν να στοιχειοθετηθούν για τη ζωή και τις εκδηλώσεις στο καφενείο, σοβαρές και ευτράπελες, θυμούς και παρεξηγήσεις.

Πέρασαν αυτά χωρίς επιστροφή. Επικρατεί σιωπή και βουβαμάρα. Ένα καφενείο υπάρχει κι’ αυτό τρεμοσβήνει. Στέκει στα πόδια του με δεκανίκια, με την ενίσχυση του Συλλόγου των απανταχού Δουκαίων. Η πρωτοβουλία αυτή δίνει ακόμα λίγη πνοή. Μέχρι να σβήσει και το φως του μικρού αυτού κανδυλιού. Ας ελπίσομε ν’ ανατείλει ανάσταση, να καταυγάσει το χωριό μας. Ελπίδα πάντα υπάρχει. Έχει ψυχή το χωριό. Είναι η ζωή όλων των χωριανών μας. Οι χαρές και οι λύπες που μας ενώνουν. Η ιστορία του καθενός, που είναι ένα κομμάτι της ζωής του.

 

* Το κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο «Η ιστορία του χωριού Δούκα – Ηλείας» του επίτιμου δικηγόρου Κωνσταντίνου Ιωάννου Γκοτζιά.