Ασχολίες των Δουκαίων - Αμπέλια

Με το νόμο του 1833 περί προικοκτησιών, καθορίστηκε η κατανομή της γης στους κατοίκους. Στον πίνακα που καταρτίστηκε για την κατανομή ήταν και το Δούκα. Οι Δουκαίοι και προ της κατανομής, είχαν περιουσίες. Με την κατανομή τις αυξήσανε. Σ’ ολόκληρη την περιοχή. Σταφίδες, χωράφια, ελαιώνες, αμπέλια ήταν οι ασχολίες τους.

Μια αξιόλογη ασχολία τους ήταν η καλλιέργεια της αμπέλου. Τα καρπερά και αγέραστα αμπέλια. Γύρω από το χωριό ήταν αμπέλια. Από τις Φυτιές μέχρι την Ανέζα, στο Μεσοβούνι, στην περιοχή της Τσιάνας, στα παλιάμπελα. Ήταν κατά τα εύγλωτα επίθετα του Ομήρου για άλλες περιοχές "αμπελόεσσα και πολυστάφυλος".

Δώρο του Θεού Διονύσου, εφευρέτης και δωτήρας του οίνου, στο οποίο είχαν δώσει και το όνομα Λύσιος, επειδή λύνει τις γλώσσες, τις έγνοιες, τις στενοχώριες, έστω και προσωρινά. Δώρο του Θεού στον άνθρωπο.

Τ’ αμπέλια τα καλλιεργούσαν μόνοι τους και με τη βοήθεια εργατών. Είναι γνωστή η διάρκεια και οι δουλειές που έχουν τ’ αμπέλια. Το Φθινόπωρο αρχίζει το καθάρισμα των κλημάτων. Το Γενάρη με Φλεβάρη το κόψιμο της βέργας, το σκάψιμο, το κυνήγι του σκαθαριού. Όταν τ’ αμπέλια άρχιζαν να μπουμπουκίζουν, παρουσιαζόταν ο πρώτος εχθρός τους, το σκαθάρι. Ένας μικρός διαβολάκος, έκοβε το μπουμπούκι από τη βάση του. Άρχιζε η επιστράτευση. Με τις δάδες αναμένες κάθε βράδυ γινόταν η καταδίωξή του. Τα παιδιά χαίρονταν σ’ αυτή τη δουλειά. Γινόταν λαμπαδηδρομία. Όταν μεγαλώνανε τα βλαστάρια δεν λογάριαζαν τα σκαθάρια. Γινόταν το σκάλισμα. Έπρεπε τα κουτρούλια να ισοπεδοθούν. Συνέχιζε η καταπολέμηση του άλλου εχθρού του αμπελιού, του περονόσπορου. Η καταπολέμηση ήταν συνεχής, γιατί είναι ύπουλος εχθρός. Το ράντισμα με χαλκό και συνέχεια το θειάφισμα. Παρακολούθηση μέχρι τον Ιούλιο, που άρχιζαν τα σταφύλια να παρδαλιάζουν (να κοκκινίζουν οι ρόγες). Υπήρχαν διαφόρων ειδών σταφύλια. Τα φιλέρια. Κρασοστάφυλα που έφτιαχναν τη ρετσίνα. Τους βοϊδομάτες που έδιναν το μπρούσικο κρασί. Ήσαν οι χλώρες, ένα νόστιμο και τραγανό επιτραπέζιο σταφύλι, και άλλα ωραία σταφύλια που γέμιζαν τα καλαθάκια για το σπίτι.

Τα παιδιά ήξεραν ποια κλήματα ωρίμαζαν γρηγορότερα και άρχιζαν το τσιμπολόγημα. Παιδική ζωή που δεν ξεχνιέται ποτέ. Αύγουστος. Τα σταφύλια εμφανίζονται στην κατανάλωση. Τα καλαθάκια μαζί με τα σύκα έρχονταν γεμάτα στα σπίτια. Μεγάλες χαρές κυρίως για τα παιδιά στον τρύγο. Τον τρύγο του μόχθου αλλά και της γιορτής και της προσμονής του νέου καλού κρασιού.

Πριν από τον τρύγο χρειάζονταν πολύ δουλειά. Να πλυθούν τα βαρέλια (τα βαγένια όπως λέγονταν). Οι κάδες μικρές και μεγάλες, τα πατητήρια, ήσαν όλα έτοιμα για τον καρπό του σταφυλιού. Τα παιδιά χοροπηδούν πάνω στα πατητήρια. Ο μούστος έτρεχε στη μικρή κάδη και από εκεί στη μεγάλη κάδη για να γίνει το βράσιμο και να μεταφερθεί στα βαρέλια. Τα παιδιά με απορία κοιτούσαν το βράσιμο του μούστου χωρίς φωτιά. Η παιδική φαντασία δεν μπορούσε να βρει τη δύναμη που κρύβει μέσα του ο μούστος και τα τσίπουρα. Μοσχομύριζε όλη η περιοχή μουστομυρωδιές. Μετά σαράντα ημέρες, γύρω στον Άγιο Δημήτριο, γινόταν το πρώτο άνοιγμα των κρασιών. Η πρώτη δοκιμή. Η λέξη κρασί προέρχεται από τη λέξη κράμα, δηλαδή το μίγμα οίνου και νερού, για να μην ζαλίζονται αυτοί που το πίνουν. Με την πάροδο του χρόνου έγινε κρασί. Ο καθαρός οίνος λεγόταν άκρατος.

Τα κρασιά ήταν ένα καλό εισόδημα για του Δουκαίους. Από τα ορεινά χωριά που δεν καλλιεργούσαν αμπέλια, ερχόντουσαν και αγόραζαν ή τα αντάλλασαν με άλλα αγροτικά προϊόντα. Ήταν για το χωριό η άνθηση του οινεμπορίου. Η μεταφορά του γινόταν με ασκούς (γιδιές). Η δουλειά όμως γύρω από τα σταφύλια δεν τελείωνε. Τα τσίπουρα κρύβουν μέσα τους κι άλλη δύναμη. Έβγαζαν το ρακί, το τσίπουρο. Άρχιζαν να δουλεύουν τα καζάνια. Τα συγκροτούσαν, ο λέβητας, μέσα στον οποίο έμπαιναν τα τσίπουρα, το καπάκι που το σκέπαζε με ένα σωλήνα και την κάδη με κρύο νερό για να γίνεται η υγροποίηση. Η δουλειά συνήθως γινόταν τα βράδυα, γιατί πολλές φορές απαγορεύονταν η παραγωγή ρακιού. Για να είναι μοσχάτο το ρακί, έβαζαν γλυκάνισο, προ παντός μάραθο.

Ήταν και αυτό ένα βοήθημα για το εισόδημα του αγρότη. Πουλιόταν σε διάφορα χωριά, και κυρίως στην Τριταία (τη Βουντούχλα όπως την έλεγαν) με αντάλλαγμα σιτάρι. Έβγαινε δύσκολα το ψωμί της φαμέλιας. Στη συνέχεια άρχιζε η ενασχόληση των γυναικών. Να φτιάσουν το πετιμέζι. Τα μουστοκούλουρα, τη μουσταλευριά πασπαλισμένη με κανέλλα, σουσάμι, αμύγδαλα και καρύδια. Τα σουτζούκια κρεμασμένα στα μπαλκόνια να ξεραθούν. Τα ρετσέλια με τα σύκα. Βοηθούσαν κι αυτά για μια έστω στοιχειώδη ποικιλία στη ζωή του αγρότη.

Οι καιροί όμως άλλαξαν. Η καλλιέργεια των αμπελιών έγινε ασύμφορη. Τα εργατικά χέρια λιγόστεψαν. Εγκατέλειψαν τη γη οι νέοι. Έφυγαν. Επεδίωξαν ευκολότερη και αποδοτικότερη δουλειά. Έτσι, εκεί που υπήρχε αφθονία σταφυλιών και κρασιών, να μην υπάρχουν ούτε σταφύλι για φαγητό. Τ’ αμπέλια, εκτός από λίγα, ξεράθηκαν. Βλάστησε τ’ αμπέλι, άνθισε, κάρπησε, ωρίμασε τον καρπό του, πρόσφερε τη χαρά στον άνθρωπο.

"Αμπέλι μου πλατύφυλλο και καλοκλαδεμένο, δέσε σταφύλια κόκκινα να μπω να σε τρυγήσω. Να κάμω αθάνατο κρασί μοσχοβολιά γεμάτο. Μες τα κατώγια τα βαθειά σαν μόσχο να το κρύψουν. Να το φυλάξω ακέριες χρονιές, ακέριους μήνες...”

(Από το τραγούδι του τρυγητού του Κ. Κρυστάλη).

Εγκαταλήφθηκε, ήρθε το τέλος. Έσβησε η ζωή του. Είναι πολλά εκείνα που έσβησαν. Έδιναν ένα διαφορετικό χρώμα της ζωής των κατοίκων. Δεν βρέθηκε δυστυχώς κανένας να επιδιώξει το ζωντάνεμα των αμπελιών που τόσα πρόσφεραν όχι μόνο στο χωριό μας, αλλά και σ’ όλη την περιοχή. Μόνο τα τζιτζίκια παραμένουν και συνεχίζουν την υπέροχη καλοκαιρινή τους συμφωνία.

 

* Το κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο «Η ιστορία του χωριού Δούκα – Ηλείας» του επίτιμου δικηγόρου Κωνσταντίνου Ιωάννου Γκοτζιά.