Αγώνας για την Ελευθερία

Όταν το τουφεκίδι άναψε, οι Δουκαίοι δεν έμειναν παρατηρητές. Ήταν από τους πρώτους που έκοψαν το νήμα της φιλίας και της προσφοράς εργασίας με τους Τουρκαλβανούς. Ήταν από τους πρώτους που οχυρώθηκαν ν’ αντιμετωπίσουν τον εχθρό. Ήταν οι πρώτοι που εδέχθησαν επιθέσεις όχι μόνο από τους πολεμιστές των αγάδων, αλλά ακόμη και από τις γυναίκες τους που φώναζαν “ακόμα και οι Δουκαίοι εναντίον μας”. Εθεώρησαν προδοσία τη θέση που πήραν οι Δουκαίοι εναντίον τους. Δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Ο πατριωτισμός που φώλιαζε μέσα στις ψυχές τους, φούντωσε, ο καημός τους να ζήσουν χωρίς το βραχνά των αγάδων. Οι Τουρκαλβανοί επιτέθηκαν κατά του Δούκα. Μάχες έγιναν πριν από την Εκκλησία, κοντά στα Βακαλέϊκα αμπέλια και γύρω από την εκκλησία. Υπήρχαν επί πολύ χρονικό διάστημα τ’ αχνάρια του αγώνα. Το ιππικό των Τουρκαλβανών διέσπασε την αντίσταση, μπήκαν στο χωριό. Η φωτιά και η βία συνηθισμένη τακτική τους. Έκαψαν τα σπίτια του χωριού, που τα μαύρα σημάδια υπήρχαν μέχρι τα τελευταία χρόνια.

Όλοι οι Δουκαίοι και οι χωρικοί όλης της περιοχής τα έδωκαν όλα. Δεν επηρεάστηκαν από τους αγάδες.

Οι γυναίκες βοηθούσαν όσο μπορούσαν. Έκαναν θυσίες, ακόμη και τ’ ανήλικα παιδιά τους έστελναν να προσφέρουν βοήθεια. Πενήντα νέοι από το Δούκα και τ’ άλλα χωριά έτρεχαν στα προχώματα, να δίνουν φυσέκια, νερό, ψωμί, να βοηθήσουν τους τραυματίες, ν’ ανακουφίσουν τους πολεμιστές. Ήταν ένας γενικός ξεσηκωμός.

Ο αγώνας ήταν σκληρός, γιατί οι Τουρκαλβανοί ήσαν οργανωμένοι. Είχαν άφθονα τα μέσα του πολέμου, είχαν εφόδια. Πίστευαν ότι οι ραγιάδες δεν είχαν δυνάμεις να συνεχίσουν και ότι γρήγορα θα υποταχθούν. Τους περιφρονούσαν, τους ονόμαζαν κατσικοκλέφτες. Δεν υπολόγιζαν στο θάρρος και την δύναμη της πίστης που έκρυβαν μέσα τους, οι ξυπόλητοι και πεινασμένοι, το πιστεύω στην Ελευθερία. Ότι στις δύσκολες στιγμές οι Έλληνες, παρά τα ελαττώματά τους, συννενώνουν τις δυνάμεις τους, ξεχνούν τις αντιθέσεις και διαφορές τους, γίνονται αήττητοι, θυσιάζουν τα πάντα να πετύχουν το σκοπό τους. Επιστρατεύουν ότι κρύβουν μέσα τους και το μετουσιώνουν σ’ απίστευτη πηγή δημιουργίας. Εκεί που έχει στηθεί η εκκλησία της Ανάληψης, έγινε η τιτανομαχία με το άγριο θηρίο που λήστευε και τρομοκρατούσε την Ηλεία.

Επικράτησε η αγάπη στην Πατρίδα, ο πόθος για την Ελευθερία, η πίστη στη βοήθεια του Θεού για την επικράτηση του Δίκαιου. Ο Άγιος Γεώργιος που δεσπόζει στην περιοχή κι ήταν μάρτυρας της τυραννίας, βοήθησε, έγινε πρωτοπόρος στον αγώνα απάνω στο άσπρο άλογό του.

Στην Ανάληψη, έγινε πραγματική Ανάληψη του Ελληνικού Πνεύματος. Η Ελευθερία ήταν ενσαρκωμένη στο βάθος της ψυχής κάθε Έλληνα. Γι’ αυτήν έχυσαν το αίμα τους όλοι. Από την Ηλεία, την Αχαΐα, την Αρκαδία, τη Ζάκυνθο, την Κεφαλλονιά. Οι Επτανήσιοι στάθηκαν στο πλευρό των αγωνιζομένων. Ξεπέρασαν τις δυσκολίες που επέβαλαν οι Άγγλοι, οι οποίοι κατείχαν τα νησιά, ώστε να μην διεκπεραιωθούν οι Κεφαλλονίτες και οι Ζακύνθιοι, να βοηθήσουν τ’ αδέλφια τους, ν’ απαλλαγούν από το μίασμα του πολιτισμού και της ανθρωπιάς. Οι δυσκολίες αυτές δεν στάθηκαν ικανές να τους εμποδίσουν. Οι Κεφαλλονίτες Κων/νος Μεταξάς, Γεράσιμος Φωκάς, Γεράσιμος Μουσούρης, Ευάγγελος Πανάς, Ανδρέας Μεταξάς με τη βοήθεια του Ιεράρχη Κεφαλληνίας Αγαθάγγελου Τοπάλδου Κοζάκη, έθεσαν σ’ ενέργεια το Κεφαλλονίτικο δαιμόνιο. Διέδωσαν ότι κινδύνευε κάποιο καράβι με Κεφαλλονίτες αιχμαλώτους κι έπεισαν τον τοποτηρητή να επιτρέψει τον απόπλου πλοίων για βοήθεια. Το σχέδιο είχε καλό αποτέλεσμα. Κατόρθωσαν όχι μόνο να περάσει στην Πελοπόννησο αρκετή δύναμη πολεμιστών αλλά και κανόνια που έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στη νίκη κατά των Τουρκαλβανών. Η νίκη στο Πούσι, η δεύτερη μετά το Βαλτέτσι, συντέλεσε ν’ ανυψωθεί το ηθικό των αγωνιζομένων, ν’ αναπτερωθεί το φρόνημά τους και να πιστέψουν σ’ εκείνο που έλεγε ο Θ. Κολοκοτρώνης για να εμψυχώσει τους αγωνιστές: “Ο Θεός έχει υπογράψει την απελευθέρωση του τόπου και την υπογραφή του δεν την παίρνει πίσω”.

Ο αγώνας είχε διάρκεια, η αντοχή έφθανε στο αποκορύφωμά της. Τα εφόδια λιγόστευαν, να μην υπάρχουν φυσέκια, να μην υπάρχουν τρόφιμα, νερό, να κλονίζονται και οι πλέον αισιόδοξοι. Ήρθε όμως η ημέρα που και ο Θεός βοήθησε. Ο Γιουσούφ Πασάς, που είχε έρθει από την Πάτρα, απογοητεύτηκε και διέταξε την αποχώρησή τους και έτσι ξεριζώθηκαν οι Τουρκαλβανοί από τον τόπο μας και ο κόσμος ανέπνευσε τον αέρα της Ελευθερίας, έστω και προσωρινά.

Ο πόνος που τόσα χρόνια βασάνιζε το λαό ξεχείλισε σε μίσος και τα σεράγια των βασανιστών μετατράπηκαν σε στάχτη ώστε, αν ξαναγύριζαν, όπως ελπίζανε οι αγάδες, να μην βρουν τίποτε όρθιο.

Κι όμως αυτή η απέχθεια δεν κράτησε πολύ. Την ίδια στιγμή ξύπνησε η στοιβαγμένη κληρονομιά του πολιτισμού, αναμεμειγμένη με τις γνώσεις και τις ευαισθησίες που καλλιεργούσε η κοινωνία των Δουκαίων και γενικά των Ελλήνων. Τ’ ανθρώπινα αισθήματα που πάντα φώλιαζαν στους Έλληνες ξεσηκώθηκαν όταν βρέθηκαν μπροστά σε μια αθώα τουρκοπούλα κι ένα τουρκόπουλο που ήταν κρυμμένα σ’ έναν αχυρώνα, η λεγάμενη Μπεμπιγέ, που όχι μόνο δεν τα κακοποίησαν, δεν έδειξαν εχθρότητα στα ανυπεράσπιστα αυτά πλάσματα, αλλά, αντιθέτως, τα περιμάζεψαν, τους έδειξαν απεριόριστη καλοσύνη και αγάπη, τα περιέθαλψαν με στοργή και τα έκαναν δικά τους παιδιά. Γιατί όταν μιλάμε για την ιστορία ενός τόπου, δεν αρκεί να περιοριζόμαστε στους πολέμους, πόσοι πολέμησαν, πόσοι σκοτώθηκαν αλλά και στα ειρηνικά έργα, στον τρόπο ζωής, στην κοινωνική οργάνωση, την πολιτιστική εξέλιξη και τη συμπεριφορά. Η ιστορία ενός τόπου του δίνει υπόσταση, τον ανασύρει από την αφάνεια, του καθορίζει την ταυτότητά του. Οι Τουρκαλβανοί πήγαν στην Πάτρα και, κατά πληροφορίες, από εκεί τους έστειλαν στον Πλαταμώνα. Επειδή όμως κι εκεί συνέχισαν τις συνήθειές τους στο πλιάτσικο και την τρομοκρατία τους ξαπέστειλαν στην περιοχή της Βουλγαρίας και δεν υπάρχουν πλέον ίχνη τους. Οι αναμνήσεις που άφησαν ήταν τα έργα της απανθρωπιάς τους. Ο αείμνηστος Γεώρ. Χρυσανθακόπουλος αναφέρει ότι ήσαν ανδρείοι, εμφανίσιμοι και με αρχοντική περιβολή. Η όψη και η εμφάνιση μπορεί να φαντάζει αρχοντιά και ανθρωπιά. Η πράξη όμως είναι εκείνη που δείχνει τον κάθε άνθρωπο. Και στην πράξη οι Τουρκαλβανοί εκείνο που επιθυμούσαν κι επέβαλαν ήταν η βία, για την ικανοποίηση των επιθυμιών και ηδονών τους. Υπήρχαν βέβαια κι εξαιρέσεις. Αυτό όμως δεν αλλάζει τον κανόνα.

Και ο αγώνας συνεχιζόταν. Η αυτοκρατορία του Σουλτάνου ήταν άρρωστη, δεν κατόρθωνε να καταβάλει τη χούφτα των ξεσηκωμένων και ζήτησε τη βοήθεια της Αιγύπτου. Ο Ιμπραήμ εμφανίστηκε θριαμβευτής, με τη φωτιά και το σίδερο που σκόρπαγε όπου περνούσε. Με τη καταστροφή και την πείνα επιχειρούσε να επιβάλει την υποταγή στους ξεσηκωμένους. Απαιτούσε να βγάλουν από μέσα τους, την ψυχή τους, την πίστη τους και να προσκυνήσουν τον Αλλάχ. Αλλά η πίστη ήταν ριζωμένη βαθειά σε κάθε ραγιά και δεν βγαίνει τόσο εύκολα. Μπορεί πρόσκαιρα ορισμένοι να υποτάχθησαν για να αποφύγουν την πλήρη καταστροφή, όπως συνέβη σε άλλες περιοχές και ιδιαίτερα στην Τριπολιτσά, όπου διέταξε να κατεδαφιστούν τα πάντα από το στρατό του, πράγμα το οποίο έγινε. Το μόνο που άφησε απείραχτο ήταν οι βρύσες. Μπορεί να φόρεσαν προς στιγμή το μανδύα του Ισλάμ, όταν όμως ο κίνδυνος απομακρύνθηκε, τον μανδύα αυτόν τον πέταξαν να μην μιανθούν. Ο Ιμπραήμ δεν άφησε αμόλυντη, με την παρουσία του, την περιοχή μας. Υπάρχει περιοχή που μας θυμίζει το πέρασμά του. “Η λάκκα Μπραΐμη”. Επέβαλε και στην περιοχή τη δήλωση του Ισλαμισμού, που έκανε τον Κολοκοτρώνη να ξεσηκωθεί και μ’ απειλές ν’ απαιτήσει την αποτίναξη των δηλώσεων και την επαναφορά στο δρόμο που είχαν χαράξει από χρόνια οι πρόγονοί μας.

Ο αγώνας συνεχιζόταν και οι κάτοικοι δεν έμειναν αδρανείς και μετά την απαλλαγή τους από τον τουρκαλβανικό ζυγό. Μαζί με τους καπεταναίους, που τόσα προσέφεραν κατά τη διάρκεια της σκλαβιάς και με μπροστάρη και άξιο οδηγό τους τον Παπαθανασόπουλο, έλαβαν μέρος σ’ όλες τις μάχες που έγιναν σ’ όλες τις περιοχές μέχρι την ημέρα που ήλθε η άνοιξη κι έγινε πραγματικότητα το Ελληνικό Κράτος, έστω κι αν η έκτασή του ήταν περιορισμένη. Απόκτησε υπόσταση με τη συνθήκη Ανδριανουπόλεως της 8/20 Σεπτεμβρίου 1829. Υπήρχε πλέον Κράτος με ελληνικό όνομα. Αναβίωσε το ελληνικό πνεύμα. Ο λαός έβαλε φτερά για νέους ορίζοντες, για νέες δημιουργίες.

Για άλλη μια φορά οι Έλληνες επιβεβαίωσαν την ιστορική του συνέχεια κι έστειλαν ένα μήνυμα στην ανθρωπότητα για το πως πρέπει ένας λαός ν’ αγωνίζεται για την ελευθερία του και τ’ ανθρώπινα ιδεώδη.

 

* Το κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο «Η ιστορία του χωριού Δούκα – Ηλείας» του επίτιμου δικηγόρου Κωνσταντίνου Ιωάννου Γκοτζιά.